Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Παρακολουθώντας μια εκταφή (ΦΩΤΟ)

Ως Χριστιανός Ορθόδοξος, που μάλλον είσαι, όταν έρθει αυτή η στιγμή και πεθάνεις, θα σε κηδέψουν. Θα σε βάλουν σε ένα φέρετρο -αναλόγως με τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειάς σου, μπορεί να είναι από κόντρα πλακέ μέχρι έβενο-, οι κοντινοί σου άνθρωποι θα σου πουν το στερνό αντίο, ο παπάς θα σου δώσει κατευώδιο κι εσύ θα φτάσεις στον τελευταίο σου προορισμό - σ' ένα λάκκο δηλαδή, όπου, αφού σε παραχώσουνε κανονικά, θα μείνεις επιτέλους στην ησυχία σου μέχρι να έρθει η ώρα να σε ξεθάψουν.



Κάποιος/κάποιοι κάνουν αυτή ακριβώς τη δουλειά. Ποιοι; Πόσο γερό στομάχι πρέπει να έχεις για να κάνεις κάτι τέτοιο; Δεν κουράζει ψυχικά; Δεν φοβίζει;

Είναι απόγευμα Τετάρτης και βρίσκομαι στο νεκροταφείο. Συναντώ, τον Σ., ο οποίος είναι εκταφέας και συμφώνησε να μου επιτρέψει να τον παρακολουθήσω εν ώρα εργασίας και να μου πει λίγα λόγια για το επάγγελμά του, με την προϋπόθεση όμως ότι θα διατηρήσω την ανωνυμία του, για να μη βρει τον μπελά του.

Ο Σ. κάνει αυτή τη δουλειά 35 χρόνια. Εικοσιεννιά «εθελοντικά» -που σημαίνει ότι το έκανε παράνομα, πήγαινε μαζί σαν βοηθός δηλαδή με τον υπεύθυνο εργάτη του δήμου- κι εδώ και 6 χρόνια τον προσέλαβαν στο δήμο και εργάζεται κανονικά και με τον νόμο.

Ο Σ. φτάνει αργοπορημένος με τον «βοηθό» του -ο οποίος τον βοηθά εθελοντικά- γύρω στις 18.30. Είναι με το χαμόγελο στα χείλη, πολύ ευδιάθετος, φαίνεται ζεστός άνθρωπος και αν σκεφτείς ότι σε λίγη ώρα θα έχει ξεθάψει ό,τι έχει απομείνει από κάποιον νεκρό, το χαλαρό ταμπεραμέντο του σοκάρει. Του ζητώ να μου μιλήσει.



Πώς ξεκίνησες να κάνεις αυτή τη δουλειά;

Σ.: Όταν ήμουν 20 χρόνων κάποιος μου είπε να πάω να τον βοηθήσω σε μια εκταφή. Και το έκανα, για το χαρτζιλίκι. Ερχόταν κάποιος και μου έλεγε «Θα έρθεις να βοηθήσεις ή πήγαινε σκάψε» κι εγώ πήγαινα. Νόμιμα το κάνω τα τελευταία 6 χρόνια. Είμαι υπάλληλος πλέον του δήμου.

Αυτός εδώ, (δείχνει τον βοηθό του), δεν είναι του δήμου, έρχεται εθελοντικά και με βοηθάει και του δίνω ένα μικρό χαρτζιλίκι.

Πριν δηλαδή το έκανες παράνομα;

Ήμουν σερβιτόρος σε μια πιτσαρία για 33 χρόνια. Το κρατούσα κρυφό. Δεν μπορούσα να πω ότι βγάζω πεθαμένους. Ποιος θα ερχόταν στο μαγαζί να φάει από 'μένα; Έκανα δυο δουλειές λοιπόν, γιατί με μία δεν έβγαινε το μεροκάματο.

Πόσο μεροκάματο βγάζεις τώρα δηλαδή;

Τώρα είναι δύσκολες εποχές. Ο δήμος δεν μας πληρώνει και πολλοί ιδιώτες με παίρνουν και μου ζητούν να το κάνω δωρεάν και το κάνω. Τι να πω; Όχι, δεν θα τον ξεθάψω; Δεν μου κοστίζει τίποτα, μια ώρα δουλειά είναι. Πάντως, πάνω κάτω βγάζεις από 5 έως και 50 ευρώ την εκταφή. Δεν είναι σταθερό.

Μακάβρια δουλειά...

Eίναι πολύ.

Όμως βλέπω ότι χαμογελάς.

Δουλειά είναι, αν τη συνηθίσεις δεν έχεις πρόβλημα. Κι εγώ την έχω μάθει από μικρός. Όπως εσύ πας στο γραφείο και γράφεις, έτσι κι εγώ κάνω την δουλειά μου. Σκάβουμε, βγάζουμε τα σανίδια, βρίσκουμε τα οστά, τα καθαρίζουμε, τα μαζεύουμε σε μια σακούλα, τα πλένουμε, αναλόγως βέβαια πού πρόκειται να πάνε. Αν είναι δηλαδή για το χωνευτήρι ή για το οστεοφυλάκιο.

Το χωνευτήρι τι είναι;

Το χωνευτήρι είναι ένα μεγάλο πηγάδι, στο οποίο ρίχνουν όλα τα κόκαλα. Όταν κάποιος δεν θέλει να τα βάλει σε φυλάκιο, αναγκαστικά πρέπει να τα μαζέψουμε εμείς, να τα βάλουμε σε μια σακούλα και να τα πετάξουμε στο χωνευτήρι.

Αν πάνε στο χωνευτήρι τι διαδικασία ακολουθείται;

Κανονικά, αν βρίσκεται και η οικογένεια εδώ, βγάζουμε τα οστά, τα ξεπλένουμε, ρίχνουμε κρασί κι έπειτα τα βάζουμε στο χωνευτήρι. Τώρα που δεν είναι η οικογένεια, ποιος θα μας δει; Τα ρίχνουμε μέσα στο πηγάδι και δρόμο - να ανοίγει ο χώρος για τον επόμενο. Αυτός εδώ που βλέπεις και ξεθάβουμε τώρα είναι τουλάχιστον 11 χρόνια θαμμένος, θα έχει λιώσει σίγουρα. Προορίζεται για το χωνευτήρι. Τις προάλλες βγάλαμε κάποιον, ο οποίος ήταν ακριβώς όπως τον είχαν βάλει μέσα, δεν είχε λιώσει. Αυτό συμβαίνει λόγω των φαρμάκων, του χώματος και της υγρασίας. Όταν πεθαίνεις από καρκίνο και έχεις κάνεις χημειοθεραπείες, κάνεις 10 χρόνια για να λιώσεις. Αυτά είναι τα πιο άσχημα περιστατικά. Και η μυρωδιά του πεθαμένου, αν την πάρεις μια φορά, σού μένει για πάντα.

Αν δεν έχει λιώσει τι κάνεις;

Αν δεν έχει λιώσει τον ξαναβάζεις μέσα, τον θάβεις σε μια ειδική γωνία στο κοιμητήριο. Γιατί απαγορεύεται να τον βάλεις άλιωτο μέσα στο χωνευτήρι.

Πόσες εκταφές κάνεις το μήνα;

Αναλόγως πώς πάνε οι τάφοι. Δηλαδή, εδώ τώρα έχουν ανοίξει καμιά 15αριά. Αλλά γενικώς δεν έχει τάφους. Άλλες χρονιές, υπήρξαν φορές που είχα βγάλει έως και 5-6 πτώματα την ημέρα. Σήμερα, αυτή είναι η δεύτερη εκταφή που κάνω.

Σου έχει τύχει ποτέ να δεις κάποιο πτώμα, που να είναι τα κόκαλά του έτσι, ώστε να φαίνεται ότι θάφτηκε ζωντανός;

Αυτό δεν μού έχει συμβεί ποτέ μου. Αλλά, παλιά, πριν 50, 60 χρόνια που δεν υπήρχαν και γιατροί να δώσουν πιστοποιητικό θανάτου, σε τσουβάλιαζαν, σού έφτιαχναν ένα φέρετρο με τάβλες, σού έβαζαν κι ένα σεντόνι και μπορεί μετά από δυο μέρες τρεις να ζωντάνευες πάλι. Αυτό γινόταν συχνά στα χωριά. Τώρα όμως κάνουν καρδιογραφήματα, τεστ θανάτου, οπότε δεν συμβαίνει.

Είναι δύσκολη δουλειά;

Είναι κουραστική, ιδίως αν είναι πολύ βαθύς ο λάκος, αν έχει μπετόν και είναι σκληρό το χώμα, άντε να τον βγάλεις. Μπορεί να μας πάρει μια ολόκληρη ημέρα. Αλλά είναι και επικίνδυνη δουλειά. Πρέπει να προσέχεις τα μικρόβια, μην χτυπήσεις, μην σε τρυπήσει κανένα σίδερο, διότι τότε την έβαψες. Πρέπει να πας αμέσως να σου κάνουν ένεση. Γι' αυτό και φοράμε γάντια.

Τι περίεργο έχεις δει;

Σε έναν τάφο παλιό, μπορεί και να ήταν και 40 χρόνια θαμμένος, είχαμε δει ένα πτώμα χωρίς κεφάλι. Όλα τα άλλα ήταν εκεί, αλλά το κεφάλι έλειπε. Τώρα πώς και γιατί δεν ξέρω.

Αν κάποιος είναι από ατύχημα τι συμβαίνει;

Αν είναι από κανένα τροχαίο κι έχει γίνει κομμάτια, πώς να τον ντύσεις; Τον βάζουν σε ένα σάκο. Εκεί δεν λιώνει ποτέ. Είναι σαν να είναι μέσα σε γυαλί. Γι’ αυτό πάντοτε ρωτάς τους συγγενείς για να ξέρεις από τι πέθανε και να μην παιδεύεσαι άδικα.

Δεν έχεις φοβηθεί ποτέ σου;

Όχι, δεν φοβάμαι. Για να κάνεις αυτή την δουλειά πρέπει να έχεις ψυχή. Τους ζωντανούς να φοβάσαι αυτοί θα σε φάνε. Ο πεθαμένος δεν σε πειράζει.

Μετά από εδώ πού θα πας απόψε;

Θα πάω να φάω δυο, τρία κιλά πρόβατο, ένα κιλό κρασί και μετά δεν θα θυμάμαι τίποτα.

Πηγή: Vice