Παρασκευή, 18 Απριλίου 2008

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ / 19ος αιώνας

Η "Παλαιά Κοκκινιά" ή "Παλιά Κοκκινιά" είναι σήμερα μια βιομηχανική συνοικία της πόλης του Πειραιά. Αποτελεί το βασικό πυρήνα της παλιάς περιοχής Κοκκινιά που διαμελίστηκε στα τρία για να συγκροτηθούν οι δήμοι Νικαίας και Αγ. Ιωάννη Ρέντη. Συνορεύει με τη συνοικία των Καμινίων, νοτιανατολικώς και την Αγία Σοφία δυτικώς, τη Νίκαια βορείως και το δήμο Ρέντη βορειοανατολικώς.
Είναι ένα από τα παλαιότερα προάστεια του Πειραιά μαζί με την Αγία Σοφία, το Χατζηκυριάκειο, τη Φρεαττύδα και τη Λεύκα. Ήδη από το 1835 άρχισε να κατοικείται από Κυθήριους, Αιγινήτες, Τροιζήνιους και Κυκλαδίτες. Μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας του τότε νεοσύστατου ελληνικού κράτους στην Αθήνα από το Ναύπλιο, ο Πειραιάς άρχισε να αναπτύσσεται ακόμα περισσότερο. Σε εφημερίδες της εποχής γίνονται αναφορές περί "την τοποθεσίαν γνωστήν ως Κοκκινιά, Κοκκινάδα, Βάρη" η οποία αποτελούσε μια εξοχική περιοχή με πεύκα και λεύκες, λιβάδια με μαργαρίτες και παπαρούνες, εύφορο κοκκινόχωμα, χειμάρρους και μικρά ρυάκια που κατέβαιναν από το λόφο του Τουρκαλβανού Σελεπίτσαρη και κατέληγαν στα έλη του "Γουρουνόλακκου" των σημερινών Καμινίων.
Το μόνο που θύμιζε την παρουσία ανθρώπων σ' αυτήν την περιοχή εκτός από τα σπίτια των πρώτων νησιωτών κατοίκων της Κοκκινιάς ήταν ο μαζικός τάφος και το μνημείο που δημιοργήθηκε για τα θύματα της μάχης του Φαλήρου (1824) όπου ο Καραϊσκάκης δέχθηκε το θανάσιμο κτύπημα. Οι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί του Οθωμανικού Στρατού θάφτηκαν σε ένα πρόχειρο στρατιωτικό νεκροταφείο. Τα λείψανά τους υπάρχουν έως σήμερα στο Οθωμανικό Νεκροταφείο.
Πολλοί από τους γκάγκαρους (γηγενείς) Αθηναίους αγόρασαν εύφορες εκτάσεις από τις όχθες του Κηφισού μέχρι τη μία πλευρά της οδού Θηβών όπου δημιούργησαν σιτοβολόνες, ιπποστάσια και αγροκτήματα. Στα σημεία που βρίσκονταν κάτω από τη στάθμη της θάλασσας και δημιουργούνταν έλη, κάτω από τη σημερινή οδό Μουτσοπούλου υπήρχαν κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις και γινόταν εκτροφή γουρουνιών. Οι γηραιότεροι παλιοκοκκινιώτες λένε ότι το τοπωνύμιο "Γουρουνόλακκος" δόθηκε στα Καμίνια εξ αιτίας της αφόρητης δυσοσμίας από τα έλη κατά τους καλοκαιρινούς μήνες κι όχι από τα χοιροτροφία που υδρεύονταν μέσω πήλινων αυλακιών που μετέφεραν κρυστάλλινο νερό από τον Κηφισσό.
Το 1863 άρχισε η ανοικοδόμηση του ναού Θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (Αγίας Σωτήρας) και εκεί χωροθετήθηκε το πρώτο νεκροταφείο του Πειραιά το οποίο εκτεινόταν από τη σημερινή οδό Μαυρογένους μέχρι την 25ης Μαρτίου. Λίγο καιρό αργότερα δημιουργήθηκε στην περιοχή το στρατόπεδο Βελισσαρίου όπου εκπαιδεύονταν οι Εύζωνοι. Την ίδια εποχή, στην Παλιά Κοκκινιά έζησε ο μεγάλος Κυθήριος αρχαιολόγος Βαλέριος Στάης που αποτέλεσε και αποτελεί μία από τις κορυφαίες προσωπικότητες της "Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας". Μεγάλες οικογένειες όπως οι Αργυράκη, Καλλιαγκά, Λεγάκη και Μπιχάκη άρχισαν να αγοράζουν τεράστιες εκτάσεις της Κοκκινιάς και δημιουργούσαν συστηματικές μονάδες αγροτικής παραγωγής.
Την ίδια εποχή άρχισε η χρηματοδότηση των έργων κατασκευής δικτύων σταθερής τροχιάς που συνέδεαν το λιμάνι του Πειραιά με την Αθήνα και την Πελοπόννησο αλλά και το τότε διεθνές σιδηροδρομικό δίκτυο. Τα τότε βόρεια σύνορα της χώρας εκτείνονταν στον άξονα ανάμεσα στον Αμβρακικό και τον Παγασητικό Κόλπο.
Στη δεκαετία του 1870 άρχισαν να κατασκευάζονται στην περιοχή το πρώτο εργοστάσιο κατασκευής κεραμιδιών και τούβλων Δηλαβέρη με βασική πρώτη ύλη το κατακόκκινο χώμα της περιοχής. Ένας άλλος μεγάλος επιχειρηματίας, βιομήχανος και πολιτικός, ο Θεόδωρος Ρετσίνας εγκατέστησε την εριουργία του στα "σύνορα" της Κοκκινιάς με τον υπόλοιπο Πειραιά. Λίγο παραπάνω εγκαταστάθηκε το αμαξοστάσιο και το εργοστάσιο συντήρησης των Σιδηροδρόμων Πειραιώς Αθηνών Πελοποννήσου (ΣΠΑΠ) που απέκοψε ένα μεγάλο κομμάτι από τη νοτιοανατολική πλευρά της Κοκκινιάς.
Στο πλαίσιο των έργων άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σοβαρά αρχαιολογικά ευρήματα που αποδεικνύουν την ύπαρξη ζωής στην περιοχή από τα προϊστορικά χρόνια. Ο Στάης συνέταξε αναλυτικές αναφορές στην Αρχαιολογική Εταιρεία, σύμφωνα με τις οποίες Μινύες και Λέλεγες κατοικούσαν στην Κοκκινιά κατά τα αρχαία χρόνια. Ιδιαίτερα σημαντικά ευρήματα βρέθηκαν στην περιοχή όπου υπάρχει σήμερα ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην οδό Θεσσαλονίκης, στη σημερινή οδό Κορυτσάς, στην Αγίων Αναργύρων, γύρω από τη σημερινή πλατεία Μεταμορφώσεως και κατά μήκος του ρέματος που έχει καλυφθεί από την οδό Φαλήρου.
Σημείο αναφοράς για την περιοχή ήταν η έπαυλη της οικογένειας Αργυράκη επί της οδού Θηβών (που κάλυπτε τα οικόπεδα στους αριθμούς 78,80,82)δίπλα από το οίκημα Δεσύλλα. Στην περιοχή εγκαταστάθηκαν έως το 1920 ο μεγαλοεστιάτορας του Πειραιά Κωσταντέλλος, ο μεγαλύτερος αγωγιάτης (ιππομεταφορέας - αμαξάς) του λιμανιού Βαλληνδράς, ο Ναύαρχος Καππής, ο ιατρός Παππάς, ο συμβολαιογράφος Ξέστερνος, ο παντοπώλης Βαλαβάνης, οι κτηματίες Μαμμάς, Πλαταράς, Πολυχρονόπουλος και Γερακίτης, καθώς και πολλοί άλλοι.
( Αναμένεται να συμπληρωθεί συντόμως το υπόλοιπο...)
Εκεί στεγάζονται τα πρώην στρατόπεδα Παπαδογιώργη και Σακελλίωνα, το κτήμα Δεσύλλα (εκτάσεως 5,5 στρεμμάτων) που θα γίνει προπονητικό κέντρο για το Αθλητικό Λύκειο. Εκεί θα δημιουργηθούν στο μέλλον αθλητικές εγκαταστάσεις στο πλαίσιο «Πειραιάς-Αθλητική Πρωτεύουσα Ελλάδας». Διερευνάται το ενδεχόμενο αξιοποίησης του πρώην εργοστασίου Ρετσίνα σε γήπεδο κλασσικού αθλητισμού με συγχρηματοδότηση μέσω ΣΔΙΤ και παράλληλες συγκοινωνιακές παρεμβάσεις όπως η σύνδεση της οδού Αλών απευθείας με τη Θηβών και η κατάργηση του ρεύματος καθόδου της Ρετσίνα που θα γίνει πάρκο μαζί με το ιστορικό κτήριο του εργοστασίου Ρετσίνα και θα στεγάσει το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Πειραιά.


  • Το κείμενο αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας Λάμδα ΛΑΕΓΕ. Κάθε χρήση βάσει του Ν.2121/93 προϋποθέτει έγγραφη άδεια του συγγραφέα ειδάλλως διώκεται ποινικά. Συντάχθηκε από τον χρήστη αυτού του blog.
Χ.Κ.Λ.