Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Ερντογάν, εθνική στρατηγική και… «έντιμη συνεννόηση»

Ο ρόλος του Τούρκου πρωθυπουργού, το βαθύ κράτος των στρατηγών και η αναγκαιότητα της προσέγγισης Αθηνών - Άγκυρας

 Του Ειδικού Συνεργάτη
(όπως δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή»)

Όταν πριν από δέκα χρόνια εκλεγόταν πρωθυπουργός της Τουρκίας ο Ταγίπ Ερντογάν, πολλοί πίστεψαν ότι με τις ηγετικές του ικανότητες, τη λαοφιλία και τις ιδέες του και παρά τον ισλαμικό χαρακτήρα της πολιτικής του κίνησης, θα κατάφερνε να ανατρέψει τις δομές και τις αντιλήψεις του βαθέως κράτους και να ανοίξει τον δρόμο για τον εκδημοκρατισμό και την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας.

Στην Ελλάδα, επίσης, πολλοί πίστεψαν, και ακόμη πιστεύουν, ότι ο Ερντογάν εννοεί αυτά που λέει σε ότι αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και πως το στρατοκρατικό σύστημα της Τουρκίας θα ακολουθούσε τις οδηγίες του και θα απέφευγε κάθε τι που θα μπορούσε να υπονομεύσει την ελληνοτουρκική προσέγγιση.
Φαίνεται, ωστόσο, ότι η εσωτερική κοινωνική αναταραχή και η αμφισβήτηση του Ερντογάν που προηγήθηκε των τελευταίων εκλογών στη γειτονική χώρα, παρά το θετικό αποτέλεσμα για το κόμμα του Ερντογάν, είχαν ως συνέπεια την υποχώρησή του μπροστά στη στρατιωτική ελίτ. Αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι, ενώ είχε περάσει μια μακρά περίοδος ύφεσης και ηρεμίας, χωρίς δηλαδή παραβιάσεις και προκλητικές στρατιωτικές ενέργειες, από την επομένη των εκλογών, θερμοκέφαλοι στρατιωτικοί επανέφεραν τις παλιές πρακτικές, με αποτέλεσμα την αύξηση και πάλι της έντασης.

Όπως ήταν εύλογο, αυτό προβλημάτισε την ελληνική πλευρά και δεν είναι καθόλου τυχαίες οι κινήσεις του υπουργού Εθνικής Άμυνας κ. Δημ. Αβραμόπουλου, ο οποίος ανέλαβε σειρά πρωτοβουλιών με σκοπό κατ' αρχάς να εξηγηθεί και βέβαια να ξεπερασθεί η ένταση των ημερών, που εγκυμονεί κινδύνους και για τις δύο χώρες, σε μια στιγμή που η κάθε μία, για ξεχωριστές αιτίες, έχουν κάθε λόγο να διατηρούν την απαραίτητη ηρεμία στις σχέσεις τους.

Είναι ευτύχημα ότι αυτήν την ανησυχητική ένταση όχι μόνο δεν συμμερίζονται, αλλά αντίθετα αψηφούν οι πολίτες και των δύο χωρών. Αυξάνεται όλο και περισσότερο η τουριστική κίνηση, που φέτος θέλει περίπου 1,5 εκατ. Τούρκους να επισκέπτονται την Ελλάδα και εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες να επισκέπτονται την Τουρκία, αλλά και ενθαρρύνεται αμοιβαία η επενδυτική και επιχειρηματική δραστηριότητα. Αυτή την πραγματικότητα καλούνται να αντιμετωπίσουν με προσοχή και σύνεση οι ηγεσίες των δύο χωρών.

Την τελευταία δεκαετία, μπορεί μεν να μη λύθηκαν τα προβλήματα, όμως διαμορφώθηκε ένα κλίμα, που επιτρέπει μια έντιμη συνεννόηση, χωρίς παραχωρήσεις και εκπτώσεις από τις βασικές και σταθερές εθνικές θέσεις, αλλά και με κατανόηση της πραγματικότητας.

Η αμοιβαία καλλιέργεια είτε φοβικών συνδρόμων είτε ανιστόρητων θεωριών, που είναι ξένες στην εποχή μας και μας γυρνούν σε ένα αβέβαιο και επικίνδυνο παρελθόν, εάν δεν απομονωθούν, θα οδηγήσουν σε περιπέτειες δυναμιτίζοντας την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην περιοχή και, βέβαια, τα συμφέροντα και των δύο χωρών και την προοπτική τους για ανάπτυξη και ευημερία. 

Σε περιόδους κρίσεως καιροφυλακτούν πάντοτε μεγάλοι κίνδυνοι, γιατί πολύ απλά προσφέρονται ως λεία στον ανεύθυνο λαϊκισμό και στην πατριδοκαπηλία. Και αυτός είναι o υπαρκτός κίνδυνος και για τις δύο χώρες.

ΠΗΓΗ: Καθημερινή
 Διαβάστε ακόμα:

Η Ελλάδα, η Κύπρος και το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου - Του Ευθύμιου Πέτρου

Ο επιτήδειος εταίρος μπροστά στην Ουκρανία

Νταβούτογλου στη θέση του Ερντογάν…

ΑΝΑΛΥΣΗ: Γιατί άλλαξε τακτική ο Ομπάμα στο θέμα της Συρίας

Δημοσίευση σχολίου