Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Η Σοφία, η Πόντια από την Κοκκινιά...

Ένα κείμενο που πρέπει να διαβάσεις χωρίς παρωπίδες

  
Από τον Αλέξανδρο Αρδαβανή
«Ετών ογδόντα, η Σοφία η Πόντια. Γεννήθηκε κάπου στον Καύκασο. Έφτασε με τα πόδια στην Τασκένδη σε ηλικία επτά ετών. Ήταν οι μετακινήσεις πληθυσμών, σχέδιο ανάμιξης των πληθυσμών και εξουδετέρωσής τους -προς δόξαν του διεθνισμού, ιδέα μεγαλοφυής του «Πατερούλη».

Έσκαβε, λέει, στο κολχόζ με ένα τσαπί όσο το μπόι της ώσπου τα παιδικά χεράκια μάτωναν και έπεφταν μουδιασμένα. Μεγάλωσε και έγινε γυναίκα, παντρεύτηκε εκεί, στην εξαναγκασμένη εξορία, ό,τι κι αν σήμαινε γάμος τότε, εκεί. 

Ήρθε και η ώρα του γυρισμού στη μητριά πατρίδα. Κάπου στην Κοκκινιά, σε μια παράγκα. 


Από το σπίτι της Ζαχαρούλας Δρακούλη,
στην πάροδο της Λεβαδείας...
Ξένοι ήταν στην Τασκένδη, "παλιοκομμουνιστές" στην Ελλάδα, ας μην ήξερε η Σοφία άλλο από το να σκύβει στο πικρό μεροκάματο. 

Δούλεψε στη βιομηχανία, πρωί μέχρι βράδυ, της άρπαξε η πρέσα ένα δάχτυλο, στραβώθηκε από τις οξυγονοκολλήσεις, βαριά αρθριτικά. 

Τέλος κι ο καρκίνος από τα χρώματα που ανάσαινε. Αυτός ο τελευταίος την έφερε στην πόρτα μου, την έριξε στην ανάγκη μου, τη χρεία μας, ημών της επισκευαστικής ζώνης - ενίοτε και αποτελειωτικής...

Κάθεται τώρα απέναντί μου, γερμένη στο μαγκούρι της. Αποκαμωμένη από τους πόνους, βογκεί. Ελάχιστα να της προσφέρω, μια ένεση, ένα χάπι, άντε κι ένα κρεβάτι στα πολύκλινα, στα παλιά. Δεν μας έμεινε τίποτα, μονολογεί - μπορεί και για ν' ακούσω εγώ, ο γιατρός, που φοβάται μήπως κάτι περιμένω στην παλάμη... Τίποτα, λέει ξεπνοϊσμένη, και τα τετρακόσα ευρώ σύνταξη μας τα κάνανε τρακόσα, δεκαπέντε χιλιάδες ένσημα είχα γιατρέ...

Η Σοφία. Ξένη παντού, ξένη στη μητριά πατρίδα, κλεμμένη απ' όλους, πεθαίνει με το παράπονο της εκπατρισμένης διαρκούς φτώχειας. Ταπεινωμένη και ληστεμένη. Οι Άρπαγες παντού ριζωμένοι, ξεριζώνουν τους σκυφτούς. Παγκοσμιοποιημένοι από καταβολής Ανθρώπου.

Αυτά. Και μη ρωτήσεις πώς τα έμαθα όλα αυτά σε λίγα λεπτά. Διάβασε Ιστορία, παραδέξου πως δεν αλλάζει ο ανελέητος Κόσμος. Πατριέ, καληνύχτα».

*Το κείμενο δημοσιεύθηκε 
στην έντυπη έκδοση της "Ελευθεροτυπίας", 
στο φύλλο της 21ης Οκτωβρίου 2013.