Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010

Ένας μικρός Μήτσος στον ΟΣΕ

Του Χ.Κ. Λαζαρόπουλου

Αν τον γνώριζε ο Λαζόπουλος θα τού έσφιγγε το χέρι. Είναι η κλασσική καρικατούρα του δημοσίου υπαλλήλου που φίλησε κατουρημένες ποδιές για να μπει στο Δημόσιο.

Στη δεκαετία του ’80, πριν μπει στην «υπηρεσία» (οκνηρίας και ραστώνης γωνία) κρυφοδάκρυζε όταν η «Απογευματινή» δημοσίευε ιστορίες για τη ζωή του Γλύξμπουργκ στην «εξορία» της Δανιμαρκίας. Συγκινιόταν ο καημένος κι έβαζε πίσω από τα εικονίσματα τις κάρτες του θείου «εξαδάκτυλου» για τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Μόνο που τούτος δεν ήταν ανηψιός αλλά υπήκοος «βραδείας ανακατατάξεως». Πασαλειβόταν με μπριγιόλ και κολώνια λεμόνι για να πάει στις παρελάσεις «επί ταις εθνικαίς επειτείοις».

Παρότι δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα, η μάνα του τον είχε βγάλει προβληματικό (δηλαδή, τεμπέλη). Τον είχε πιάσει η θεια του να κάνει σαρανταήμερη νηστεία με τρία παριζάκια κάτω από το στρώμα! Η μυρωδιά την οδήγησε σ’ αυτά αλλά δεν ήταν θαύμα. Απλώς είχαν πρασινίσει κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Στο σχολείο έλεγε ότι μεγάλωσε στο Κολωνάκι και κάθε πρωί έβγαινε ο πατέρας του χαιρετήσει τον γηραιό Καραμανλή. Έπειτα από χρόνια έμαθαν πως ο πατέρας του ήταν θυρωρός απέναντι από το πολιτικό γραφείο του παλιού πολιτικού. Δεν έμενε ποτέ στο ρετιρέ όπως κόμπαζε, αλλά στο υπόγειο του φωταγωγού.

Ύστερα από τρεις μήνες κρεβατομουρμούρας, ο πατέρας του πείστηκε να πιάσει λιτούς και δεμένους ώστε ο Μήτσος να βάλει βύσμα στο στρατό. Έλεγαν ότι υπηρέτησε στο γραφείο υπουργού αλλά η αλήθεια είναι ότι πήρε «Ι5» και κρυβόταν σε μια θεια στα Καμμένα Βούρλα για να μην του κρεμάσουν κουδούνια στη γειτονιά. Κι όμως, στο σωτήριο έτος 1983 γνώρισε τον σοσιαλισμό.

Δεν είχε τι να κάνει «είκοσι χρονώ γομάρι», που λέει και το τραγούδι. «Μόνο στο Δημόσιο θα βρεις ένα μισθό, αν και δεν κάνεις ούτε για κλητήρας» του είχε πει ο πρώτος και τελευταίος εργοδότης του σ’ ένα καφεκοπτείο. Και τι δεν έκαναν για να «βολευτεί» το παιδί. Ως και την Καινή Διαθήκη αντάλλαξαν στον παλαιοβιβλιοπώλη για να πάρουν το «Κεφάλαιο» και το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο». Στην εκκλησία δεν ξαναπάτησαν οικογενειακώς.

Μόλις πήρε την κονκάρδα της τοπικής νομαρχιακής προσλήφθηκε στον ΟΣΕ σαν βοηθός μηχανοδηγού. Τα λεφτά ήταν καλά αλλά είχε κούραση. Οκτώ ώρες καλοπληρωμένης δουλειάς ήταν σαν βαριά καλογερική. Άντε πάλι «περιπέτειες» με την υγεία. Τελικά το Ι5 του Στρατού δεν ήταν από ψυχολογικά. Το «παιδί» είχε αχρωματοψία, επομένως έπρεπε «να πάει στα γραφεία». Ας είναι καλά τα μπαξίσια και τα καλούδια από το χωριό. Ένα κοτέτσι κότες και δυο κοκκόρια λειράτα στοίχησε η απόφαση της επιτροπής.
Αυτή ήταν η αντίδραση του Μήτσου μόλις έμαθε
ότι δεν θα δουλεύει τα σαββατοκύριακα
και τις αργίες για να κάνει chat και 
κοινωνική έρευνα σε γραμμές 090... 

Στα κεντρικά της πλατείας Μεταξουργείου έσερνε το κορμί του από διάδρομο σε διάδρομο, μια φορά την εβδομάδα χτυπούσε τις κάρτες των κοπανατζήδων, έκανε τα θελήματα των προϊσταμένων του με κονιακάκια από τα υπόγεια της Βερανζέρου κι άρχισε να αναπτύσσει «αναρχική συνείδηση», απορρίπτοντας τον σοσιαλισμό. Το Δεκέμβρη που κάηκε η Αθήνα ήταν πρώτος στις πορείες. Κοιμόταν στη δουλειά, ξυπνούσε με τα δακρυγόνα.

Λίγο πριν κλείσει τα 50, ο Μήτσος αισθάνεται με αγωνία πως οι κόποι μιας ζωής θα πάνε στράφι. Δεν θα καταφέρει να κρυφτεί γιατί τα κονομάει από τα δήθεν κουλτουριάρικα «χόμπυ» του.

Εργάζεται σκληρά κάνοντας υπερωρίες κάθε Σάββατο, Κυριακή και αργίες στον Οργανισμό, κάνοντας chatting και έρευνα στα 090. Ωστόσο φοβάται πως δεν θα προλάβει να πάρει πρόωρη σύνταξη γιατί θα ιδιωτικοποιηθεί ο ΟΣΕ.

Είναι έτοιμος να βγει στα παράθυρα, να φωνάξει, να τα σπάσει όλα. Αυτός είναι ο αγωνιστής Μήτσος που θα τον τσούξει αυτό το κείμενο, αλλά είναι η αλήθεια. Τόσο υποκειμενική και τόσο σκληρή, όσο και η ύπαρξή του.



Δείτε σχετικά:

Πράσινα άλογα και γαλάζιοι κόκκοι... / Του Κωνσταντίνου Νικολόπουλου.


Η Συνευθύνη  / Του Γιώργου Παπαχρήστου.

Αλεπούδες, λιοντάρια και όρνιθες / Του Χ.Κ. Λαζαρόπουλου

«Το κλείσαμε το μαγαζί…»  / Του Χ.Κ. Λαζαρόπουλου