Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

«Ορθοπεδικός» ή «ορθοπαιδικός»;

Άρθρο του κ. Μανώλη Τραγάκη,
καθηγητή - φιλόλογου

Πρόκειται για το επίθετο ορθοπeδικός -ή -όν, το οποίο αποδίδεται φωνητικά «οrthopeδikόs».

Η λέξη είναι σύνθετη και αποτελείται από δύο συνθετικά.

Το πρώτο είναι το ουσιαστικό «ορθός», που έχει τις ακόλουθες σημασίες:

1) όρθιος

2) αυτός που στέκεται στα πόδια του

3) ίσιος

4) αυτός που σχηματίζει γωνία 90 μοιρών

5) σωστός (μ’ αυτή τη σημασία χρησιμοποιείται στη λέξη μας)

6) δίκαιος

7) γνήσιος

8) ευτυχής

9) σταθερός

10) ανάστατος, ανήσυχος.

Κάποιοι θεωρούν ότι το β΄ συνθετικό είναι το επίθετο «παιδικός» και φέρνουν ως κύριο επιχείρημα ότι ο όρος δημιουργήθηκε με βάση τις ελληνικές λέξεις «ορθόν» και «παιδίον» από τον καθηγητή της Ιατρικής Σχολής των Παρισίων Nicolas Andry, ο οποίος τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά σε έργο του που εκδόθηκε το 1741 και το οποίο αφορούσε σωματικές δυσμορφίες παιδιών. Επειδή, λοιπόν, ο Andry χρησιμοποίησε ως β΄ συνθετικό το επίθετο «παιδικός» από τη λ. «παιδίον», προτείνουν –με επιτακτικό τρόπο μάλιστα– να γράφουμε «ορθοπαιδικός» αντί «ορθοπεδικός».

Ως δεύτερο επιχείρημα παρουσιάζουν τον αντίστοιχο αγγλικό όρο «orthopaedic», λέγοντας λίγο - πολύ ότι οι ξένοι μάς έκαναν χάρη να χρησιμοποιήσουν την ελληνική γλώσσα για τον συγκεκριμένο κλάδο της ιατρικής επιστήμης και ότι γι’ αυτό δεν πρέπει να τους... απογοητέψουμε! Επισείουν μάλιστα και τον κίνδυνο να βρουν οι ξένοι κάποια άλλη λέξη, που δε θα είναι ελληνική, με αφορμή τη διαφωνία των Ελλήνων για την ορθογράφησή της!

Η παραπάνω επιχειρηματολογία, ωστόσο, είναι σαθρή. Καταρχήν δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι η Ορθοπεδική ασχολήθηκε αποκλειστικά και μόνο με παιδιά αρνούμενη τη θεραπεία ενηλίκων, ακόμα και στην πρώιμη φάση της. Αλλά και να συνέβη κάτι τέτοιο και να ασχολούνταν η επιστήμη αρχικά μόνο με παιδιά, απ’ τη στιγμή που ασχολήθηκε με την ορθή στήριξη όλων, θα έπρεπε να ανασημασιοδοτηθεί και να γραφτεί με «ε». Τη γραφή του συγκεκριμένου όρου δεν μπορεί να ρυθμίζει ο πρώτος γράψας αλλά ούτε η αρχική σημασία, όταν μάλιστα τίθεται ζήτημα ασυμφωνίας μορφής και περιεχομένου. Επιπλέον, ο όρος προκαλεί σύγχυση και ασάφεια στην ελληνική γλώσσα, αφού στη συνείδηση όλων –ακόμα και των γιατρών– η επιστήμη είναι συνδεδεμένη με την αποκατάσταση της ορθής στήριξης όλων, κι όχι μόνο των παιδιών.

Να σημειωθεί ότι σήμερα υπάρχει ειδικότητα της ορθοπεδικής που ασχολείται ειδικά με παιδιά και ονομάζεται «παιδοορθοπεδική». Δε θα ήταν φαιδρό να γραφτεί η συγκεκριμένη λέξη «παιδοορθοπαιδική» έχοντας δυο φορές τη ρίζα «παιδ-»; Ή μήπως θα έπρεπε να διατηρηθεί η λ. «ορθοπαιδική» για τα παιδιά και να επινοηθεί κάποια άλλη λέξη για τους ενήλικες;

Όσο για το δεύτερο επιχείρημα, θα μπορούσαμε στην αγγλική ορολογία να αντιπαραθέσουμε την αμερικανική, η οποία χρησιμοποιεί τον όρο «orthopedic», σύμφωνα με το Collins Greek Dictionary. Ο όρος «orthopedic» χρησιμοποιείται και σε επίσημα συνέδρια του εξωτερικού (βλ. φωτογραφία), ενώ αντίστοιχοι μ’ αυτόν είναι ο γαλλικός «orthopédique», ο ιταλικός «ortopedico» και ο ισπανικός «ortopédico».

Οι αντιφρονούντες δεν πείθονται ούτε από τα παραπάνω, και δίνοντας ατέρμονη συνέχεια στο θέμα διατείνονται ότι το γαλλικό γράμμα «é» αντιστοιχεί στο αγγλικό «ae», και γι’ αυτό πρέπει να γράφουμε «ορθοπαιδικός». Ωστόσο, ακόμα και για τον αγγλικό όρο υπάρχει ένα καταλυτικό αντεπιχείρημα: ο κανόνας της απλογράφησης του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Θα μπορούσε η λέξη να θεωρηθεί αντιδάνειο και να απλογραφηθεί στα ελληνικά, όπως μεταγράφεται η λ. «train» σε «τρένο», και να αποφευχθεί ο σκόπελος της ασυμφωνίας μορφής - περιεχομένου του γλωσσικού σημείου στην ελληνική.

Εμείς θεωρούμε ότι το β΄ συνθετικό της λέξης «ορθοπeδικός» πρέπει να είναι είναι το επίθετο «πεδικός», το οποίο παράγεται απ΄ το α.ε. ρήμα πεδάω - πεδῶ. Το ρήμα αυτό απαντάται ήδη στον Όμηρο (βλ. π.χ. στο Ν435: «πέδησε δὲ φαίδιμα γυῖα»), ανήκει στην κατηγορία των συνηρημένων ρημάτων κι έχει τις εξής σημασίες:

1) δεσμεύω διά πεδών (πέδη = δεσμός )

2) κρατώ κάτι ακίνητο

3) σταματώ

4) στερεοποιώ

5) στα ν.ε.: φρενάρω, «τροχοπεδώ».

Όλες οι παραπάνω σημασίες ενέχουν και την έννοια της «στάσης», και όχι μόνο την έννοια της «δέσμευσης», στην οποία επιμένει κατά τα άλλα έγκριτο λεξικό, θεωρώντας ότι υπ’ αυτή την έννοια «ορθοπεδική είναι το «να ορθώνεις (τα οστά) με πέδες» (με δεσμά / επίδεση / επιδέσμους κ.τ.ό.)». Ούτε υφίσταται παρετυμολογική σύνδεση της λέξης με το pes, pedis (=πόδι) της Λατινικής, όπως αναφέρει το ίδιο λεξικό, σα να αγνοεί την ελληνική ρίζα «πεδ-» (< ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ped-), απ’ την οποία παράγεται το ρήμα πεδάω και με μετάπτωση (με ετεροίωση) η λέξη «ποῦς» (πόδι).

Απ’ τη ρίζα «πεδ-» του ρήματος πεδάω-ω παράγονται κι άλλες λέξεις που έχουν σχέση με τη στήριξη και το βάδισμα, όπως: πέδον (το) = έδαφος, πεζός (< πεδ+jος), πέδη = δεσμός των ποδιών των δούλων, πόδι (ποδ-: ετεροιωμένη μεταπτωτική βαθμίδα της ρίζας πεδ-), πέδιλον κ.ά.

Η κατάληξη -ικός είναι κατάληξη επιθέτων που παράγονται από ρήματα (όπως στην περίπτωσή μας) και τα οποία επίθετα σημαίνουν ικανότητα, κλίση ή επιτηδειότητα σ’ αυτό που σημαίνει το ρήμα (πρβλ. καρτερῶ - καρτερικός). Το επίθετο «πεδικός, -ή, -όν», λοιπόν, δηλώνει αυτόν που σχετίζεται με τη στάση.

Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι η λέξη «ορθοπeδικός -ή -όν» παράγεται απ’ το επίθετο «ορθός», τη ρίζα «πεδ-» και την κατάληξη «-ικός». Πρέπει, επομένως, να γράφεται με έψιλον κι όχι με άλφα γιώτα. Σύμφωνα μ’ αυτά, η λέξη «ορθοπεδική» είναι ουσιαστικοποιημένο επίθετο και δηλώνει τον κλάδο της ιατρικής που έχει ως αντικείμενό του την ορθή –δηλαδή τη σωστή– στήριξη.

Έτσι, η έννοια της λέξης «ορθοπεδική» είναι η ορθή στάση και στήριξη, όπως μαρτυρεί και το σύμβολο της «Ελληνικής Εταιρείας Χειρουργικής Ορθοπεδικής και Τραυματολογίας»: το λοξό δέντρο που είναι δεμένο σε υποστήριγμα.

__________________________________________________________________________________

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Δ.Β. Δημητράκου.
- Ομηρικόν Λεξικόν, Ι. Πανταζίδου.
- Ετυμολογικόν Λεξικόν, J.B. Hofmann.
- Collins Greek Dictionary, Harry T. Hionides
- Ιστορική Γραμματική της Α. Ελληνικής Γλώσσας / Ι. Φωνολογία, Γ. Μπαμπινιώτη.
- Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, Μ. Οικονόμου.
- Νεοελληνική Γραμματική, Μ. Τριανταφυλλίδη.