Τρίτη, 29 Ιουλίου 2008

Ξεχάστε ό,τι ξέρετε!

Το τελευταίο διάστημα δεχόμαστε σωρεία μηνυμάτων που αναθεωρούν όσα γνωρίζαμε έως σήμερα για τον Τύπο, ακόμα κι εμείς που εργαζόμαστε σ’ αυτόν τον κλάδο.
Κάποτε γνωρίζαμε ότι οι δημοσιογράφοι ξεκινούσαν από τη σύνταξη στηλών για τα χρηστικά θέματα και τα φαρμακεία, έλοιωναν αμέτρητα ζεύγη υποδημάτων για να κάνουν ρεπορτάζ, ανελίσσονταν με την δυναμική τους αναλόγως με τα αξιοκρατικά κριτήρια που ίσχυαν μεταξύ των παλαιοτέρων συντακτών. Τα τελευταία χρόνια που «άνοιξε» η ραδιοτηλεοπτική αγορά, υπάρχουν πολλοί που δηλώνουν δημοσιογράφοι μα είναι αλλού, γενικώς… Για μια θέση σε ένα πρωϊνάδικο δίπλα σε απόμαχες μοντέλες γίνονται χορευτές τσιφτετελιού, γελωτοποιοί και σαλτιμπάγκοι των μηχανισμών τηλεθέασης.

Παλαιότερα έλεγαν πως η ΕΣΗΕΑ ήταν ένα σωματείο πνευματικών ανθρώπων. Τώρα δυστυχώς υπάρχει μια συγκεκριμένη κάστα περιφερόμενων περίξ του Κολωνακίου που διακρίνεται όχι για το πνευματικό έργο της αλλά για το… «επίπεδο – δάπεδο» που καλλιεργεί μέσω «χαριτωμένων» εκπομπών (και «χαριτωμένων» παρουσιαστών με δισύλλαβα ονοματάκια). Κανείς δεν θέλει να ονομάζεται «ρεπόρτερ» ενώ πολλοί νομίζουν ότι ανταγωνισμός σημαίνει ίντριγκες επιπέδου δημοτικού σχολείου…

Δεν έχουν περάσει ούτε 15 χρόνια από τότε που πηγαίναμε με συνεργεία της τότε ΕΤ-2 σε θέματα πρώτης γραμμής, πορείες ή αποστολές κι άνοιγαν οι όλες οι πόρτες επειδή «ήρθε η τηλεόραση». Μόλις εμφανιστεί σήμερα ένα συνεργείο δύο πράγματα θα συμβούν ·είτε οι πρωταγωνιστές θα αρχίσουν τα κλάμματα, είτε θα τους πάρουν με τις πέτρες.

Στις εφημερίδες διάβαζε κανείς «ζωντανό» ρεπορτάζ. Ο ρεπόρτερ πήγαινε στον τόπο του γεγονότος και ακολουθούσε έναν απλό αλλά συναρπαστικό κανόνα. Κατέθετε στους αναγνώστες ό,τι άκουσε και όσα είδε. Σήμερα διαπιστώνει κανείς πως πρέπει να πληρώσει 1,30 ευρώ για να διαβάσει κακογραμμένα τηλεγραφήματα του Αθηναϊκού Πρακτορείου, αναμάσημα ανακοινώσεων από κρατικά Γραφεία Τύπου και «οδοιπορικά» τηλεφώνου μεταξύ ρεπόρτερ που χρησιμοποιούν αόριστες φήμες, διαρροές, ψιθύρους και «πληροφορίες». Τώρα τελευταία μάλιστα, ορισμένοι βαυκαλίζονται πως κάνουν και… «αποκαλυπτικό ρεπορτάζ».

Αν τους ρωτήσει κανείς όμως πού στηρίζονται και πώς τεκμηριώνουν τις θέσεις τους, θα σφυρίζουν αδιάφοροι…

Οι κυριακάτικες εκδόσεις των εφημερίδων, ειδικά μετά την επανάσταση που σημειώθηκε στη δεκαετία του ’90, αποτελούσαν μια έγκυρη ανασκόπηση της εβδομαδιαίας επικαιρότητας. Σήμερα πολλά κυριακάτικα φύλλα έχουν καταντήσει περιτυλίγματα ταινιών, περιοδικών και μιας ακριβής χαρτοσαβούρας μέσα στην οποία υπάρχουν κάτι διανοούμενοι επιπέδου δημοτικού.


Όλα αυτά συμβαίνουν επειδή δεν υπάρχει πια μεράκι για τον Τύπο. Η νοοτροπία του δημοσιοϋπαλληλισμού και η επιθυμία για «εύκολα φράγκα» μέσω της τέταρτης εξουσίας έχουν υποβαθμίσει αρκετά ΜΜΕ και όσους εργάζονται σ’ αυτά. Ας μην αναρωτιόμαστε μετά γιατί η κοινή γνώμη έχει σταματήσει να διαβάζει εφημερίδες, έκλεισε τους τηλεοπτικούς δέκτες, στράφηκε στην ψυχαγωγία μέσω του ραδιοφώνου και ενημερώνεται από ξένες ιστοσελίδες…

Χ.Κ.Λ.
  • Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στο "L&M" τ.66 Μάρτιος 2008