Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

ΦΙΛΙ ΖΩΗΣ ΑΠΟ ΕΜΠ ΓΙΑ ΤΗΝ Π.ΚΟΚΚΙΝΙΑ


Την ανάγκη άμεσης αξιοποίησης και ανάπλασης τριών παλαιών εργοστασιακών χώρων προς όφελος των κατοίκων της Παλιάς Κοκκινιάς και των γειτονικών συνοικιών εισηγείται το Εργαστήριο Αστικού Περιβάλλοντος του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου, σύμφωνα με ρεπορτάζ της κ. Στέλλας Χαραμή που δημοσιεύθηκε στον «Ελεύθερο Τύπο».

Το ρεπορτάζ είναι αποκαλυπτικό και καταγγέλλει την ύποπτη οικοδόμηση του οικοπέδου όπου στεγαζόταν το παλαιό νοσοκομείο Σαπόρτα επί της Αγίων Αναργύρων και Κεχαγιά. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Δήμος Πειραιώς αντιμετωπίζει πολύ θετικά αυτήν την προοπτική και υποστηρίζει τις προτάσεις του ΕΜΠ.
Όσον αφορά στο παλαιό εργοστάσιο του ΟΣΕ ήδη λέγεται πως δρομολογείται η δημιουργία του Εθνικού Μουσείου Μεταφορών και σύμφωνα με δηλώσεις του δημάρχου Πειραιώς κ. Παν. Φασούλα, μουσειακά λεωφορεία, τραμ, τρόλλεϋ, ηλεκτρικός και τραίνα θα εκτεθούν στο πρώτο θεματικό μητροπολιτικό μουσείο της Αττικής.
Το ρεπορτάζ του «Ελεύθερου Τύπου» αναφέρει τα ακόλουθα:

«Ο νεκρός θόλος της καμίνου Δηλαβέρη, το κινηματογραφικό σκηνικό των ερειπίων της κλωστοϋφαντουργίας Ρετσίνα, το κυκλικό μηχανοστάσιο του εργοστασίου ΟΣΕ.
Στέρεες ψηφίδες της βιομηχανικής κληρονομιάς του Πειραιά συνθέτουν –στην Παλιά Κοκκινιά - μια νοητή ενότητα εν δυνάμει ελεύθερων χώρων στον πυκνό ιστό της πόλης, όπως προέκυψαν μετά την αποβιομηχάνισή της. Στις σκιές των εγκαταλειμμένων εργοστασιακών κελυφών, που κατά τόπους προβάλλουν μέσα από έναν κονιορτό σκουπιδιών, το Εργαστήριο Αστικού Περιβάλλοντος του Μετσόβιου Πολυτεχνείου διακρίνει ένα «μικρό Λαύριο».
Η δημιουργία ενός αντίστοιχου πολιτιστικού πάρκου στην καρδιά του Πειραιά έχει απασχολήσει το ΕΜΠ, που για πρώτη φορά παρουσιάζει το σκαρίφημα της ιδέας και της πρότασής του.

Συνολικής έκτασης περίπου 200 στρεμμάτων -το εργοστάσιο των Σιδηροδρόμων υπερβαίνει τα 100 στρέμματα ενώ το πάρκο Δηλαβέρη (με την προσθήκη του παλιού μηχανοστασίου Βασιλειάδη - ΚΥΔΕΠ) και το οικόπεδο Ρετσίνα καλύπτουν 80 στρέμματα- «μπορούν να αποτελέσουν έναν εξαιρετικό τόπο πολιτισμού, βιομηχανικής αρχαιολογίας, μνήμης και πρασίνου», εξηγεί ο λέκτορας του ΕΜΠ, Νίκος Μπελαβίλας.

«Παράλληλα, μπορούν να στεγάσουν δραστηριότητες εκπαίδευσης και πρόνοιας. Για παράδειγμα, τα σχολεία ατόμων με ειδικές ανάγκες, οι βρεφονηπιακοί σταθμοί και τα ΚΑΠΗ του Πειραιά χρειάζονται χώρους».
Αιχμή του δόρατος στην πρόταση του ΕΜΠ είναι η διατήρηση της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής και η επανάχρηση των κτιρίων. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως η έκδοση της Σχολής Αρχιτεκτόνων για τον «Ιστορικό βιομηχανικό εξοπλισμό στην Ελλάδα» συγκαταλέγει τα εργοστάσια Δηλαβέρη και ΟΣΕ στις εξέχουσες εστίες βιομηχανικών εγκαταστάσεων της χώρας.
Ήταν στα τέλη του 20ού αιώνα, όταν στη μέχρι τότε εξοχική περιοχή της Παλιάς Κοκκινιάς, ένα εύφορο λιβάδι από πεύκα, λεύκες και μαργαρίτες, χτίστηκε το μεγαλύτερο στην ελληνική επικράτεια εργοστάσιο κατασκευής κεραμιδιών και τούβλων Δηλαβέρη (1902).
Είχε προηγηθεί ο Θεόδωρος Ρετσίνας με μια από τις πέντε κλωστοϋφαντουργίες του καθώς και η εγκατάσταση (1886) των χώρων επισκευής των συρμών του σημερινού ΟΣΕ.

«Ήταν τα δεσπόζοντα εργοστάσια στον Πειραιά του 19ου και 20ού αιώνα. Εργοστάσια που συνέβαλαν δραστικά στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης, αλλά και γιατί οι ιδιοκτήτες τους είχαν έντονη κοινωνική δράση», επιβεβαιώνει ο συγγραφέας Βάσιας Τσοκόπουλος.
Έναν αιώνα μετά το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χώρων έχει αλλάξει. Με εξαίρεση τα κτίρια Δηλαβέρη που έχουν κηρυχθεί διατηρητέα επί υπουργίας Μελίνας Μερκούρη, κανένα από τα εργοστάσια δεν ανήκει στο Δήμο Πειραιά. Η κηρυγμένη ως χώρος πρασίνου έκταση των εργοστασίων Ρετσίνα ανήκει στην Εθνική Τράπεζα, η οποία την έχει παραχωρήσει στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, το εργοστάσιο της ΚΥΔΕΠ, αν και χαρακτηρισμένος χώρος πρασίνου, έχει περιέλθει στα χέρια του ιδιώτη Σεργιανού, ενώ το μοναδικό που ιδιοκτησιακά παραμένει σταθερό είναι το εργοστάσιο του ΟΣΕ.

Πρόσφατα κλιμάκιο της Εφορείας Νεοτέρων Μνημείων έκανε καταγραφή στις εγκαταστάσεις του προκειμένου να εισηγηθεί στο Κεντρικό Συμβούλιο ποια κτίρια αξίζουν διατήρησης.
Με δεδομένη τη λεηλασία των πειραϊκών μηχανουργείων στον Άγιο Διονύσιο που στέρησε από την πόλη ένα θαλάσσιο μέτωπο ισάξιο του βρετανικού και του ολλανδικού, «έχουμε ακόμα μεγαλύτερη υποχρέωση να προφυλάξουμε αυτόν τον τόπο Ιστορίας από την οικοδομική βαρβαρότητα.

Το σενάριο του νοσοκομείο Σαπόρτα που κατεδαφίστηκε και τη θέση του πήραν θηριώδεις πολυκατοικίες, επιβαρύνοντας δραματικά τον αστικό ιστό, δεν πρέπει να επαναληφθεί, σημειώνει ο κ. Μπελαβίλας, εκτιμώντας πως ο Πειραιάς δεν μπορεί να ακολουθήσει το χορό του χρηματιστηρίου γης.

Πίσω από την εγκατάλειψη των εργοστασίων διατηρούνται μνήμες του Πειραιά, η αξιοποίηση των οποίων μπορεί να ξαναφέρει ισορροπία στην άνιση διαχείριση του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου. Η ανάπλαση της Γαλλικής Εταιρίας στο Λαύριο, άλλωστε, έγινε σε χώρο 245 στρεμμάτων, έκταση ανάλογη με αυτή των εργοστασίων της Παλιάς Κοκκινιάς.

Με τη διαφορά ότι στην τελευταία περίπτωση η ανάπλαση θα λειτουργήσει ως ανάσα σε μια υποβαθμισμένη πόλη.
Στέλλα Χαραμή».