Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Έφυγε ένας αγωνιστής της δημοσιογραφίας

Το τελευταίο ταξίδι του έκανε σήμερα ο δημοσιογράφος Γιώργος Δασκαλόπουλος

Αυτό το κείμενο αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο της «Μαχόμενης Δημοσιογραφίας»

O δημοσιογράφος Γιώργος Δασκαλόπουλος, ο δικός μας Γιώργος, βρέθηκε σήμερα το μεσημέρι νεκρός στο σπίτι του στο Περιστέρι.

Ήταν μόλις 45 ετών, ο Γιώργος. Εργαζόταν ως αθλητικός συντάκτης στο «Φως των Σπορ». Είχε και δική του στήλη. Ενδιαφερόταν για τη δημοσιογραφία, για την πολιτική, για το συνδικαλισμό. Εκλεγμένος στην ΕΣΗΕΑ και στον ΠΣΑΤ. Με ενεργό και ουσιαστική συμμετοχή στην Ανεξάρτητη Παρέμβαση (μια ιστορική παράταξη στην ΕΣΗΕΑ) και ύστερα από την διάσπασή της, ιδρυτικό μέλος στην παράταξη Αριστερή Όχθη τόσο στην αυτόνομη πορεία της όσο και όταν συμμετείχε στη ΜΑΧΟΜΕΝΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ.
 
Στη σύντομη ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ, του Σωματείου που υπερασπίστηκε συνδικαλιστικά με συνέπεια και μαχητικότητα (παρά τα τρωτά του σημεία που διαρκώς επεσήμαινε και προσπαθούσε να αλλάξει) αναφέρεται:
 
Ο Γιώργος Δασκαλόπουλος γεννήθηκε στο Παλαιοξάρι Φωκίδος το 1965 και αφού ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τη δημοσιογραφική του σταδιοδρομία ξεκινάει το 1986 στην «ΑΥΡΙΑΝΗ» και στη συνέχεια εργάστηκε στον «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΛΟΓΟ», στον «ΦΙΛΑΘΛΟ», στην «ΕΞΟΡΜΗΣΗ» και από τον Νοέμβριο του 1987 έως και το τέλος της σύντομης ζωής του στο «ΦΩΣ ΤΩΝ ΣΠΟΡ», στο οποίο διατηρούσε και προσωπική στήλη.

Ο Γιώργος Δασκαλόπουλος, παράλληλα με τη δημοσιογραφική του εργασία, ανέπτυξε και έντονη κοινωνική και συνδικαλιστική δράση. Είχε κατ’ επανάληψη εκλεγεί μέλος του Μεικτού Συμβουλίου της ΕΣΗΕΑ, ενώ διετέλεσε Έφορος στο Δ.Σ. του ΠΣΑΤ.

Ως άνθρωπος υπήρξε έντιμος και αγωνιστής. Ήταν καλοσυνάτος, ευγενικός πάντοτε γελαστός και ευχάριστος. Οι συνάδελφοί του θα τον θυμούνται για την πραότητα του χαρακτήρα του και τις καλές του προθέσεις.

Το Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ εκφράζει στους οικείους του τα ειλικρινή του συλλυπητήρια και αποχαιρετά έναν έντιμο και άξιο συνάδελφο.

Και στην ανακοίνωση του ΠΣΑΤ:

Ήταν αγαπητός στον χώρο της δημοσιογραφίας, αλλά και μεταξύ όλων των ανθρώπων με τους οποίους συνεργάστηκε στο πλαίσιο του ρεπορτάζ, είτε αυτό είχε να κάνει με τα θέματα του Ολυμπιακού, είτε με ελεύθερα θέματα, είτε με το ρεπορτάζ των επαρχιακών ομάδων.
 
Ήταν ο δικός μας ο Γιώργος που αγαπούσαμε. Έντονα πολιτικοποιημένος, με γνώσεις (άλλωστε είχε σπουδάσει φιλολογία και μαρξισμό)και στέρεα ιδεολογία. Μαχητής. Ιδεολόγος. Μπεσαλής. Αλλά, κυρίως, ένας άνθρωπος με μια μεγάλη γενναία καρδιά. Αυτή την καρδιά που τελικά τον πρόδωσε. Κι όπως λέει η Ντίνα ήταν ένας παθιασμένος δημοσιογράφος που αγαπούσε τον Μπουκόφσκι και , τελικά, πέθανε σαν κιαυτόν.

Καλό σου ταξίδι Γιώργο. Δεν θα σε ξεχάσουμε!


Οι σύντροφοι σου από την Αριστερή Όχθη



Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

Ύποπτη εκτέλεση του Σ. Γκιόλια

Με 20 σφαίρες, άγνωστοι εκτέλεσαν εν ψυχρώ τα ξημερώματα τον δημοσιογράφο Σωκράτη Γκιόλια, στην είσοδο του σπιτιού του στην Ηλιούπολη.

Σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων, στις 05:26’ το πρωί, δύο άγνωστοι που ήταν ντυμένοι αστυνομικοί, χτύπησαν το κουδούνι του σπιτιού στην οδό Δαιδάλου 21 στην Ηλιούπολη. Όταν ο δημοσιογράφος κατέβηκε να δει ποιος ήταν, τότε οι δράστες τον πυροβόλησαν εξ επαφής με άγνωστο πυροβόλο όπλο.

Ωστόσο, σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, η σύζυγος του δημοσιογράφου κατέθεσε στην Αστυνομία ότι άγνωστος χτύπησε το κουδούνι και είπε στον δημοσιογράφο ότι τού έκλεβαν το αυτοκίνητο.

Όταν ο Σ. Γκιόλιας πήγε να δει τι συνέβαινε και οι δράστες με "μαφιόζικο τρόπο", όπως περιγράφεται, τον πυροβόλησαν και τον σκότωσαν.

Σε μικρή απόσταση από τον τόπο της δολοφονίας εντοπίστηκε καμένο ένα ΙΧ, το οποίο η Αστυνομία εξετάζει αν ήταν αυτό με το οποίο διέφυγαν οι δράστες. Τα κίνητρα της δολοφονίας εξακολουθούν να είναι αδιευκρίνιστα και εξετάζονται όλα τα ενδεχόμενα.

O Σωκράτης Γκιόλιας γεννήθηκε στη Γερμανία στις 13 Φεβρουαρίου 1973.

 


Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

Ψυχροπολεμικό πόκερ ΗΠΑ - Ρωσίας

Μυστική ανταλλαγή κατασκόπων στο "ουδέτερο έδαφος"
του αεροδρομίου της Βιέννης


Του ειδικού συνεργάτη κ. Ηλία Αντωνιάδη


Στη μεγαλύτερη επιχείρηση ανταλλαγής κατασκόπων από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου συμμετείχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία σε "ουδέτερο (ευρωπαϊκό) έδαφος" και συγκεκριμένα, στο αεροδρόμιο της Βιέννης.

Αεροσκάφος Boeing 767-200 της “Vision Airlines” που μετέφερε δέκα Ρώσους πράκτορες που απελάθηκαν από την Νέα Υόρκη όταν ομολόγησαν ότι εργάζονταν επί χρόνια για τη ρωσική Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών (SRV) προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο της Βιέννης.

Μέσα στο δεύτερο αεροσκάφος, ένα «Γιάκοβλεφ» Yak-42, που ερχόταν από τη Ρωσία και προσγειώθηκε κι αυτό στη Βιέννη επέβαιναν τέσσερα άτομα που είχαν καταδικαστεί για μεταφορά απόρρητων πληροφοριών στη Δύση, αλλά τους είχε δοθεί συγχώρηση μετά την υπογραφή της ομολογίας τους .

Τα δύο αεροσκάφη παρέμειναν ακινητοποιημένα το ένα δίπλα στο άλλο για περίπου 90 λεπτά στο αεροδρόμιο και στη συνέχεια απογειώθηκαν ξανά. Η επιχείρηση ήταν μυστική και κανείς δεν μπορούσε να δει την μεταφορά των πρακτόρων από το ένα αεροπλάνο στο άλλο.

Ο επόμενος προορισμός των αεροπλάνων δεν έχει γίνει γνωστός. Επικρατέστερος προορισμός για τους δέκα απελαθέντες είναι η Ρωσία. Το Ρωσικό υπουργείο εξωτερικών ήδη αναγνώρισε την ανταλλαγή αναφέροντας ότι η πράξη αυτή θα έχει ως αποτέλεσμα την επιστροφή στη Ρωσία 10 πολιτών που είχαν κατηγορηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής με αντάλλαγμα την μεταφορά στην Αμερική τεσσάρων πολιτών που είχαν καταδικαστεί στην Ρωσία.

Οι τέσσερις κατάσκοποι που βρίσκονται στη Ρωσία είναι ο πυρηνικός ερευνητής Ιγκόρ Σουτιάγκιν, ο Γεννάντι Βασιλένκο και οι Αλεξάντερ Ζαπορόζσκι και Σεργκέι Σκριπάλ που είχαν καταδικαστεί σε κάθειρξη 13 ετών το 2006.

Η ανταλλαγή αυτή είναι η πρώτη από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Την περίοδο αυτή οι ανταλλαγές κατασκόπων αποτελούσαν σύνηθες φαινόμενο. Από τότε έως τώρα έχουν αλλάξει άρδην οι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στο παγκόσμιο στερέωμα.
Η πράξη αυτή όμως αποδεικνύει πως οι αντιλήψεις και οι τακτικές του παρελθόντος είναι βαθιά ριζωμένες στο σημερινό διπλωματικό «πόκερ» Ρώσων και Αμερικάνων. Οι επερχόμενες εξελίξεις στο θέμα αυτό θα καταδείξουν σε ποιο σημείο βρίσκονται πραγματικά οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.


Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Υπερήφανη πατρίδα - αλύτρωτος λαός, στη σκιά της τυραννίας

Της Θεοδοσίας Κοντζόγλου,
δημοσιογράφου / ΣΚΑΪ 100,3
 
Τριάντα έξι χρόνια λήθης! Αλλά όχι λησμονιάς.

Η Κερύνεια, η Λάπηθος, ο Καραβάς, η Μόρφου, η Αμμόχωστος, περιμένουν τη λευτεριά τους.

Κι όταν κάποιοι εδώ στην Ελλάδα, ή εκεί στην Κύπρο, κάνουν συμφωνίες κάτω από το τραπέζι, στην πλάτη των πολιτών εκείνων που θα κληθούν να ζήσουν, να βιώσουν και να συμβιώσουν με έναν άλλο λαό, με εισαγόμενους Τούρκους, με διαφορετική κουλτούρα, με διαφορετική θρησκεία, με άλλα ήθη και έθιμα, και κυρίως με πρωτόγονες ακόμα συνήθειες, καλό είναι να θυμόμαστε ποίοι είναι αυτοί που ο κάθε Κόφι Ανάν, ο κάθε Καραμανλής, ο κάθε Παπανδρέου, ο κάθε Δρούτσας και ο κάθε Χριστόφιας, θέλουν να μας φορτώσουν στο σβέρκο και στη ζωή των παιδιών και των εγγονιών μας.

Αν θέλουμε λύση; Προφανώς και θέλουμε. Όχι όμως με έναν λαό που κανείς στην Ευρώπη δεν θέλει να τον έχει παρά μόνον ως υπηρέτη. Για εμάς τους Ελληνοκύπριους, οι Τούρκοι είναι ανεπιθύμητοι. Οι μουσουλμάνοι της Κύπρου αντίθετα (αυτούς που με απαίτηση του Ντεκτάς αποκαλούνται Τουρκοκύπριοι) είναι φίλοι μας, είναι αδέλφια μας. Η Κύπρος είναι και δική τους πατρίδα.

Για όποιον έχει την παραμικρή αμφιβολία, ας διαβάσει τα αποσπάσματα που παραθέτω από το βιβλίο του Πιερή Πιερή ο οποίος το 1974 ήταν ένας απλός οικογενειάρχης, αστυνομικός. Παραδόθηκε από τους άνδρες των Ηνωμένων Εθνών στους Τούρκους. Αιχμαλωτίστηκε και μέσα σε άθλιες συνθήκες και κακοποιήσεις μεταφέρθηκε στην Τουρκία όπου εκεί έζησε για τρεις μήνες την κόλαση της ζωής του!

Ακολουθούν τα αποσπάσματα:

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 1974.

Επιστρέψαμε στην Κερύνεια από την περιοχή του Μπέλλα Πάϊς όπου είχαμε καταφύγει για περισσότερη ασφάλεια μαζί με άλλους Κερυνειώτες, με την ελπίδα ότι θα καταφέρναμε να διαφύγουμε σε άλλα, πιο ασφαλισμένα μέρη.
(...)
Αρκετοί Τουρκοκύπριοι της περιοχής έτρεξαν κοντά μας αμέσως μόλις μας είδαν. Η αγωνία και η αβεβαιότητα ήταν ζωγραφισμένη και στα δικά τους πρόσωπα. Μας καλοδέχτηκαν όμως και μας καλωσόρισαν στη γειτονιά. Μας ρωτούσαν πού είμαστε και πως περάσαμε… και μας υποσχέθηκαν κάθε δυνατή βοήθεια που θα περνούσε από το χέρι τους. Όταν κάποιος από τη παρέα με ρώτησε σε ποιο σπίτι θα προτιμούσα να μείνω, εγώ απάντησα ότι «δεν με πειράζει όπου και να μείνω, το ίδιο μου κάνει». Αμέσως τότε επενέβη ο Μουσταφάς.

- Εσύ γιέ μου σπίτιν μας να μείνεις! Τούτοι πολλοί είναι σε κάθε σπίτι. Έμεναν σπίτι έχει τόπον!

Ο Μουσταφάς ήταν από τους καλύτερους γεωργοκτηνοτρόφους της περιοχής και το όνομα του ήταν σε όλους γνωστό για τις άριστες και φιλικές σχέσεις που διατηρούσε με όλους τους Έλληνες. Η πρότασή του με βρήκε απροετοίμαστο. Με ξάφνιασε και με συγκίνησε πολύ. (...)

Στις 25 του Ιούλη, τουρκικά στρατεύματα περικύκλωσαν το σπίτι όπου μέναμε και μας διέταξαν να σταθούμε όλοι στον τοίχο με τα χέρια ψηλά. Μια ομάδα στρατιωτών πήρε θέση απέναντι μας σε απόσταση αναπνοής και μας σημάδευαν, περιμένοντας τη διαταγή του ομαδάρχη τους για να μας πυροβολήσουν και να μας σκοτώσου.

Αν έχεις τύχη διάβαινε, που λέει κι η παροιμία. Δυο Τουρκάλες η Φατμά κόρη του Μουσταφά και η γειτόνισσα η Τζεμαλιές που τόση ώρα παρακολουθούσαν από την αυλή του σπιτιού της δεύτερης, μόλις αναλήφθηκαν τον κίνδυνο που μας απειλούσε, έτρεξαν σαν σίφουνας και στάθηκαν μπροστά μας, πριν οι στρατιώτες προλάβουν να πατήσουν τη σκανδάλη. Μπήκαν ανάμεσα σ’ εμάς και τους στρατιώτες και άρχισαν ένα έντονο διάλογο μεταξύ τους. Οι στρατιώτες επέμεναν να μας σκοτώσουν γιατί είμαστε γκιαούρηδες όπως έλεγαν. Οι γυναίκες προσπαθούσαν να τους πείσουν ότι είμαστε καλοί άνθρωποι και ότι όλες αυτές τις μέρες εδώ μαζί τους είμαστε και δεν κάναμε κακό σε κανέναν.

Το μικρό κοριτσάκι του Ανδρέα, ίσως γιατί διαισθάνθηκε τον κίνδυνο είτε γιατί τρόμαξε βλέποντας τις μαύρες και άγριες μουτσούνες των Τούρκων, έβαλε τα κλάματα και τυλίχτηκε στο λαιμό της μάνας του που το κρατούσε στην αγκαλιά της. Το κλάμα του μωρού συγκίνησε φαίνεται τον Τούρκο λοχία, που χαμήλωσε αμέσως το όπλο του και έγνεψε και στους στρατιώτες να κάμουν το΄ίδιο. Έβγαλε τότε από την τσέπη του μια φωτογραφία που έδειχνε μια νεαρή γυναίκα να κρατά στην αγκαλιά της ένα κοριτσάκι, μας την έδειξε και κάτί μίλησε με τη Φατμά που μας εξήγησε: Έχει κι αυτός ένα κοριτσάκι σαν εσένα που το αγαπά πολύ. Νάτο, αυτό είναι το κοριτσάκι στην αγκαλιά της μάνας του…

Το πώς γλυτώσαμε τον θάνατο, μόνον ο Θεός ξέρει. Μόλις απομακρύνθηκαν οι Τούρκοι, ένας πόνος, κάτι σαν τσίμπημα στο στήθος ένιωσα και με έκανε να φέρω το χέρι στο μέρος εκείνο για να δω τι με πονούσε. Και τότε κατάλαβα! Το χέρι μου άγγιξε το φυλακτό που είχα κρυμμένο και καρφιτσωμένο κάτω από τα εσώρουχά μου, στο μέρος ακριβώς που ένιωσα το τσίμπημα. Η Θεία Χάρη και η δύναμη του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, λύγισε τις καρδιές και τα όπλα των Τούρκων και μας έσωσε όλους από βέβαιο Θάνατο!
Ας είναι ευλογημένο το όνομά Σου Θεέ μου!

Παρασκευή 26 Ιουλίου, 1974

Το αυτοκίνητο προχωρούσε αγκομαχώντας στον ανηφορικό δρόμο που μας οδηγούσε σε μέρη γνωστά αλλά με άγνωστο προορισμό. Το φορτίο του δεν ήταν βέβαια υπερβολικό, αλλά λόγω της ηλικίας του φαίνεται ή της κακής συντήρησης, δυσκολευόταν να προχωρήσει στον ανήφορο, παρά τις αγριοφωνάρες και τις βρισιές του Τουρκοκύπριου οδηγού του.

Ήταν ένα μικρό λεωφορείο των δώδεκα θέσεων που η ηλικία του θα ήταν τουλάχιστον όσο και ο αριθμός των θέσεών του. Κι εμείς οι επιβάτες το φορτίο του ας πούμε. Έντεκα Ελληνοκύπριοι «αιχμάλωτοι». Τρείς οπλισμένοι Τούρκοι αστυνομικοί, και ο επίσης Τούρκος οδηγός, δεκαπέντε άνθρωποι όλοι κι όλοι. Προχωρούσε με δυσκολία και το αγκομαχητό του μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο όσο προχωρούσε προς την ανηφόρα, γινόταν βρυχηθμός, άγριος και βαρύς. Ο οδηγός του άλλαζε συνεχώς τις ταχύτητες, βλαστημούσε και φώναζε μη τύχει και του μείνει στο δρόμο.

Άφωνοι και σκεφτικοί εμείς, πληγωμένοι στα βάθη της ψυχής μας κι απογοητευμένοι από το μεγάλο κακό που μας βρήκε, κι από το βέβαιο ξεριζωμό μας, γιατί αυτό προσπαθούσαν να κάμουν τώρα οι βάρβαροι κατακτητές, παρακαλούσαμε από τα βάθη της ψυχής μας το Θεό: «Θεέ μου, να σταματήσει το σαράβαλο έστω και για μια στιγμή μονάχα, ν’ απολαύσουμε για λίγο ακόμα την όμορφη Κερύνεια μας που δεν χόρτανε το μάτι μας να την βλέπει. Τη μικρή αυτή πόλη στην οποία εγκαταλείπαμε όλοι, με το βέβαιο ξεριζωμό μας, τις παιδικές και εφηβικές μας αναμνήσεις, τις γυναίκες και τα παιδιά μας, τα σπίτια και το βιός μας κι ότι άλλο είχαμε δημιουργήσει κι αγαπήσει σ’ αυτόν τον κόσμο.

Και οι έντεκα είχαμε γεννηθεί στην όμορφη τούτη πόλη και τα περίχωρα της. Και δημιουργήσαμε τις δικές μας οικογένειες, χτίζοντας το μέλλον μας με όνειρα κι ελπίδες πολλές. Με όλη τη δύναμη της ψυχής μας ριχτήκαμε στον αγώνα της ζωής, τον σκληρό και δύσκολο, με μοναδική μας επιδίωξη να κάνουμε τα όνειρα εκείνα πραγματικότητα. Πονέσαμε πολύ στο έργο μας και κλάψαμε στις ατυχίες και τα κτυπήματα της μοίρας και στις δυσκολίες που μας βρήκαν, μα δεν λυγίσαμε. Προχωρήσαμε με θάρρος κι αγωνιστήκαμε όσο μπορούσαμε για να φτιάξουμε αυτό που θέλαμε, όπως το θέλαμε γιατί έτσι το θέλαμε…

Αχ καλύτερα να μην τα σκέφτεται κανείς. Γιατί όλα τα όνειρα και οι ελπίδες που με τόσους κόπους και μόχθους υλοποιήθηκαν κι έγιναν έργα πολιτισμένα, παίρνοντας σάρκα και οστά, ποτισμένα με το αίμα, το μόχθο και τον ιδρώτα μας, να τώρα όλα μαζί κλεισμένα σ’ ένα παλιό αυτοκίνητων των δώδεκα θέσεων να γκρεμίζονται με πάταγο μπροστά στα μάτια μας και να χάνονται...
(...)

Με το κούρσεμα της πόλης, άρχισε μια ανελέητη εκστρατεία για επισήμανση των ανθρώπων που είχαν το «θράσος» να μείνουν στα σπίτια τους ή να κρυφτούν όπου ξέκοψαν ή που έκριναν πιο ασφαλισμένα. Άρχισε ένα άγριο και οδυνηρό ανθρωπομάζωμα και το σκληρό ξεκλήρισμά των κατοίκων της περιοχής που οδηγούνται σε πρόχειρα στρατόπεδα αιχμαλώτων, με τελικό προορισμό τις φυλακές της Τουρκίας.

Κι εμείς, εμείς οι έντεκα που για τον έναν ή τον άλλο λόγο ξεκόψαμε και μείναμε κρυμμένοι στην Κερύνεια, περιμέναμε τώρα με δέος κι αμηχανία τη μοίρα μας…
(...)
Ω του θαύματος! Σ’ ευχαριστούμε Θεέ μου που θέλησε να μας σώσεις. Ας είναι δοξασμένο το όνομά Σου. Ο από μηχανής Θεός, που με τόση αγωνία και λαχτάρα περιμέναμε και παρακαλούσαμε να φανεί, βρισκόταν ήδη εκεί μπροστά μας, έτοιμους να μας πάρει μακριά , να μας λυτρώσει. Τρία αυτοκίνητα της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών είχαν σταματήσει στο δρόμο μπροστά από το σπίτι όπου μέναμε. Τα δύο ήταν στρατιωτικά, γεμάτα πάνοπλους άνδρες της Δύναμης και το άλλο ήταν ένα λεωφορείο με τρεις μόνον πάνοπλους επίσης άνδρες, τους ΟΗΕδες όπως τους λέγαμε. Τρέξαμε όλοι με ανυπομονησία κοντά τους και τεντώσαμε τα’ αυτιά ν’ ακούσουμε ένα καλό λόγο από τα στόματά τους. Η κατάσταση ήταν πολύ άσχημη, έτσι άφησαν να νοηθεί. Τους ζητήσαμε να μας πάρουν να φύγουμε μακριά από την κόλαση στην οποία βρισκόμαστε.

Ο υπεύθυνος αξιωματικός των ΟΗΕδων, μας είπε ότι όποιος ήθελε να φύγει, μπορούσε να μπει στο λεωφορείο...

Στεναγμοί ανακουφίσεως βγήκαν από τα βάθη της ψυχής μας κι αρχίσαμε όλοι τα σταυροκοπήματα, ενώ ψίθυροι ευχαριστιών προς τον Ύψιστον, αναπέμποντας από όλα τα στόματα για τη σωτηρία μας. Ευγνωμονούσαμε το Θεό που εισάκουσε τις προσευχές μας κι έστειλε τους Ειρηνευτές να μας πάρουν υπό την προστασία τους...

Δεν πρόλαβαν όμως τα τρία αυτοκίνητα να φθάσουν στον προορισμό τους. Στα μισά του δρόμου, ένοπλοι Τούρκοι αστυνομικοί έφραξαν το δρόμο και υπό την απειλή των όπλων, ανάγκασαν τα αυτοκίνητα να σταματήσουν. Μπήκαν κι αυτοί μέσα και υποχρέωσαν τους ΟΗΕδες να μας οδηγήσουν στην αστυνομία τους...

Ύστερα, ένας Τούρκος σκαρφάλωσε στο αυτοκίνητο μας και μίλησε με σπασμένα ελληνικά:

- Να μεν φοάστε. Εν εν να κάμουμεν τίποτε. Να πάρουμε μόνον στοιχεία τους, να ξέρουμε ποίοι είναι και κανένας να μεν πάθει τίποτε. Για καλόν τους να κάμουμεν τούτο.
- Θα μας τους φέρετε πίσω, ρώτησαν με αγωνία οι γυναίκες.
- Βέβαια να φέρουμεν, τες καθησύχασε ο Τούρκος και πρόσθεσε: Αυτοκίνητο να μείνει να περιμένει.

Μη έχοντας άλλην εκλογή, κατεβήκαμε οι άνδρες από το λεωφορείο. Είμαστε εφτά κι οδηγηθήκαμε στον Σταθμό, ακολουθούμενοι από δύο ΟΗΕδες. Μας έμπηξαν σ’ έναν γραφείο στο οποίο βρίσκουνταν άλλοι τέσσερεις νέοι από την Κερύνεια κι αυτοί και που είχαν συλληφθεί με τον ίδιο τρόπο όπως κι εμείς.

Φονικές μαρτυρίες

Ένα γκριζόμαυρο σύννεφο πλανιόταν πένθιμα πάνω από την Κερύνεια κι έσμιγε με τους καπνούς που αναδίδονταν σαν θυμίαμα στον ουρανό από τα καμένα πτώματα και τα ερείπια της χαμένης – νεκρής πολιτείας. Οι καπνοί έβγαιναν από κάθε σημείο της πόλης που την είχαν κτυπήσει ανελέητα οι δολοφονικές βόμβες των κατακτητών κι από τα όμορφα χιλιοτραγουδημένα και κοσμαγάπητα δάση της που καίγονταν απ άκρους σ’ άκρη από τις εμπρηστικές βόμβες κι έκαναν τον Πενταδάκτυλο να φαντάζει σαν μια πελώρια αναμμένη λαμπάδα. Ανέβαιναν κατάμαυροι στον ουρανό σμίγονταν πάνω από την πόλη κι ενώνουνταν μαζί με το σύννεφο που βάραινε όλο και περισσότερο, πιέζοντας ασφυκτικά την ατμόσφαιρα.

Φωνή δεν ακουγόταν. Οι νεκροί που ήταν σκορπισμένοι εδώ κι εκεί δεν μιλούσαν. Βρίσκουνταν ξαπλωμένοι στο έδαφος φουσκωμένοι απαίσια, με τα χαρακτηριστικά τους αλλοιωμένα και παραμορφωμένα. Ολόγυρα τους σκορπούσαν την αηδιαστική εκείνη μυρουδιά που έρχεται μαζί με την αποσύνθεση και σου θυμίζει νεκροταφείο, με κορμιά άταφα, διάτρητα από σφαίρες και κομματιασμένα από τα κτυπήματα της λόγχης. Άλλα ήταν πεσμένα μπρούμυτα και το πρόσωπό τους φιλούσε το χώμα, λες και ικέτευαν τη μάνα γη, ν’ ανοίξει και να τους καταπιεί, να τους χώσει βαθιά μέσα στην αγκαλιά της, στα σπλάχνα της, όπου κανείς πια δεν θα μπορούσε να τους ενοχλήσει, να διαταράξει τη γαλήνη του και να τους πικράνει άλλο. Άλλα, ξαπλωμένα ανάσκελα με τα χέρια διάπλατα ανοικτά, μάτια γουρλωμένα από τον τρόμο και με την απογοήτευση και τον πόνο τυπωμένα ανεξίτηλα στα χλωμά πρόσωπά τους, παρακαλούσαν το Θεό να βάλει το χέρι Του και να σταματήσει το κακό που βρήκε τον τόπο μας, να μην επιτρέψει άλλους σκοτωμούς και να τους δεχθεί στην γαλήνια και ανέμελη βασιλεία Του.

Μόλις οι Τούρκοι πάτησαν το πόδι τους στη ξηρά, απέκοψαν τον δρόμο που ενώνει την Κερύνεια με τις κωμοπόλεις Καραβά και Λαπήθου. Πριν ξημερώσει είχαν μπλοκάρει όλους τους δρόμους και τα μονοπάτια… Ενέδρευαν παντού, χωμένοι μέσα στα χαντάκια και πίσω από τους θάμνους κι αλλοίμονο στα τρομαγμένα κι ανίδεα πλήθη που έτρεχαν κυνηγημένα για να σωθούν. Έπεφταν όλοι σαν ποντικοί στη φάκα που είχαν στήσει οι αιμοδιψείς κατακτητές.

Τους σκότωναν πυροβολώντας τους αδιάκριτα ενώ έφευγαν μέσα στα αυτοκίνητά τους ή περπατητοί. Τους περισσότερους τους μάζευαν και τους έστηναν γραμμή τον έναν δίπλα στον άλλον όπως σε εκτελεστικό απόσπασμα. Νέους, γέρους, γυναίκες και μικρά παιδιά και χωρίς οίκτο, χωρίς έλεος κι ανθρώπινα αισθήματα, πυροβολούσαν από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο διασκεδάζοντας με τον ανθρώπινο σπαραγμό και τον θάνατο.

Σπαρταρούσαν τα θύματα στο έδαφος ώσπου να ξεψυχήσουν πληγμένα από τις σφαίρες κι οι δολοφόνοι γελούσαν και πανηγύριζαν με τον πόνο των ανθρώπων και τον αγώνα της ψυχής ώσπου να αποχωριστεί από το σώμα. Αν κανείς αργούσε να ξεψυχήσουν και τους άφηνε και την παραμικρή αμφιβολία ότι υπήρχε πιθανότητα να ζήσει, ορμούσαν πάνω του κα με τις λόγχες τους κομμάτιαζαν το κορμί.

Τις έμπηγαν με μαία και λύσσα πρωτοφανή στο μέρος της καρδιάς ή έκοβαν τον λαιμό, τα άκρα, ακόμα και τα γεννητικά όργανα του θύματος, του άνοιγαν χίλιες τρύπες στο κορμί, μέχρι να πάψει να κινείται. Αρκετούς τους λόγχιζαν πρώτα, και ενώ ήταν ακόμα ζωντανοί, τους έβγαζαν τα μάτια και τους έκοβα τα άκρα και τα όργανα διασκεδάζοντας με τον πόνο τους πριν τους αποτελειώσουν με τις σφαίρες.
(...)

...οι μπουλντόζες δούλευαν συνέχεια. Έσκαβαν πρώτα τους λάκκους κι ύστερα με όλη την ασυναισθησία που διακρίνει τη μεταλλική τους ψυχρότητα, έμπηγαν τα ατσάλινα νύχια τους στις μαλακές σάρκες των νεκρών, γέμιζαν τις χούφτες τους με πτώματα και τις άδειαζαν μέσα στους λάκκους. Διαμελισμένα κορμιά από τις τουρκικές λόγχες κι άλλα λειωμένα από το βάρος και τα νύχια των μηχανών, κομμάτια από σάρκες και κόκαλα όλα μαζί ανακατεμένα ρίχνονταν μέσα στους λάκκους μέχρις απάνω… (...)

Όταν οι Τούρκοι έφθασαν έξω από την Κερύνεια, η δουλειά έγινε πιο εύκολη και έπαψαν πια να χρησιμοποιούν τις μπουλντόζες. Η περιοχή βρισκόταν σε οικοδομικό οργασμό και σ’ όλα τα οικόπεδα, από την άκρη της θάλασσας μέχρι τον κύριο δρόμο και πέρα απ αυτόν, υπήρχαν λάκκοι πολλοί μικροί και μεγάλοι που είχαν ανοιχθεί για να στηρίξουν τα θεμέλια μεγάλων ξενοδοχείων και άλλων τουριστικών οικισμών και εγκαταστάσεων.

Αντί λοιπόν να σκοτώνουν πρώτα τα θύματά τους και ύστερα να μπαίνουν στον κόπο να ανοίγουν λάκκους σοφίστηκαν κάτι καλύτερο, ποιο εύκολο και ποιο φρικτό και συγκλονιστικό. Συλλάμβαναν όσους συνάντησαν στο πέρασμα τους και αφού τους κτυπούσαν και τους βασάνιζαν σκληρά κι ανελέητα τους οδηγούσαν σε ομάδες μπροστά στρ ανοιχτά θεμέλια. Τους έστηναν στο χείλος του λάκκου, τους περισσότερους δεμένους με τα χέρια πίσω και τα μάτια κλειστά και εκεί τους πυροβολούσαν έναν - έναν με την άνεσή τους διασκεδάζοντας μ’ αυτό και διαγωνιζόμενοι ποιος θα παραβγεί στην σκοποβολή και θα νικήσει στο σαδισμό.

Τα πληγωμένα κορμιά έπεφταν τώρα από μόνα τους στο λάκκο. Άλλα κτυπημένα καίρια, και άλλα ζωντανά, σφάδαζαν από τους πόνους ώσπου να ξεψυχήσουν από την ακατάσχετη αιμορραγία ή την ασφυξία από την πίεση των άλλων πτωμάτων που έπεφταν πάνω τους. Πραγματική σφαγή, γενοκτονία, προμελετημένη και προγραμματισμένη γινόταν όπου πατούσαν το πόδι τους οι αττίλες και έπαιρνε γι αυτούς μορφή πανηγυρική με καντιβαλλιστικές εκδηλώσεις. (...)

Σάββατο 27.7.1974
(μέσα στη μάντρα με άλλους αιχμαλώτους)

Ύστερα από αρκετές ταλαντεύσεις μεταξύ ύπνου και ξύπνιου και μετά από την αγωνία της πρώτης νύχτας και τους πόνους, έφτασε επιτέλους το πρωί. Αρκετοί ξύπνησαν νωρίς και κάθισαν αμίλητοι στις θέσεις τους, τέντωσαν χέρια και πόδια, έτριψαν βαριεστημένα τα μάτια και έξυσαν το κεφάλι να ξεμουδιάσουν. Μερικοί προχώρησαν σκυφτοί μέχρι το καγκέλλι και κάθισαν στη γραμμή, ο ένας πίσω από τον άλλον. Ένας Τούρκος αστυνομικός σηκώθηκε τότε από τη θέση του μέσα στην αυλή και πλησίασε με το αυτόματο οπλισμένο και προτεταμένο.

- Να πάμεν στο μέρος; Ρώτησε ο πρώτος της γραμμής πριν ο Τούρκος ρωτήσει τι θέλουν.
- Ένας – ένας, απάντησε ξερά εκείνος.

Ήταν φαίνεται καθημερινό και συνηθισμένο φαινόμενο. Άνοιξε το κάγκελο ενώ έριχνε μια βλοσυρή ματιά σ όλους μας και το ύφος του έδειχνε πως κάτι ήθελε να ξεστομίσει, αλλά μετάνιωσε την τελευταία στιγμή. Στράφηκε και πήρε τη καρέκλα του, την έβαλε στη σκιά του τοίχου και κάθισε εκεί να μας προσέχει με το όπλο στραμμένο προς το μέρος μας.

Το «μέρος», το αποχωρητήριο δηλαδή του στρατοπέδου, γιατί η μάντρα δε ήταν τίποτε άλλο από στρατόπεδο συγκέντρωσης αιχμαλώτων, ήταν μια τρύπα, ένας μικρός λάκκος πρόχειρα βγαλμένος στη νοτιοανατολική γωνιά της αυλής. Το βάθος ήταν ίδιο με το πλάτος και δεν ξεπερνούσε το ένα μέτρο.

Τα χώματα από το σκάψιμο ήταν ριγμένα όπως-όπως στο γύρο του λάκκου κι από πάνω για κάλυμμα ήταν πεταμένο ένα σιδερένιο κιγκλίδωμα κάποιου παλιού παραθύρου, τοποθετημένο αδέξια και που οι άκρες του μόλις πατούσαν στα σκαμμένα χώματα. Δυο –τρία μέτρα στα βόρεια του λάκκου, είχαν τοποθετήσει ένα ξύλινο κιβώτιο όρθιο για να προστατεύει δήθεν από τα μάτια των άλλων αυτούς που πήγαιναν για τη φυσική τους ανάγκη. Στην πραγματικότητα όμως τίποτε δεν έκρυβε.

Όποιος πήγαινε στο μέρος, αποτελούσε κοινό θέμα για όλους: φρουρούς, κρατούμενους, περιέργους στρατιώτες και πολίτες που τριγύριζαν ολημερίς στον χώρο γύρω από τη μάντρα. Για τον ίδιο όμως ήταν μια ενοχλητική και δύσκολη αναγκαιότητα. Όσοι πήγαιναν μόνον για «ψιλό» πάει καλά, στέκονταν εκεί γυρισμένοι προς τον τοίχο, ή κάθουνταν στα δυο τους πόδια σφίγγουνταν λίγο και η δουλειά τους τέλειωνε γρήγορα. Όσοι όμως πήγαιναν για «χοντρό» κι ήταν πολύ λίγοι αυτοί, ε λοιπόν αυτοί μαρτυρούσαν όπου να τα... βγάλουν. Ήταν υποχρεωμένοι να τα κατεβάσουν μπροστά στα μάτια των άλλων και να καθίσουν εκεί εκθέτοντας μπροστινούς και πισινούς σε κοινή θέα. Ήξεραν πως όλοι τους παρατηρούσαν και τους σχολίαζαν και η ανάγκη τους αυτή γινόταν σωστό μαρτύριο.

Είναι δύσκολο μπροστά σε τόσους άλλους, να κάνει κάτι τέτοιο. Νομίζει πως το έντερό σου δένεται κόμπο και τα σκ… δεν βγαίνουν εύκολα, παρόλο το σφίξιμο και την προσπάθεια που καταβάλλει. Εκτός αυτού, ότι κι αν έκανες , ουρούσε ή έχεζες, οι ακαθαρσίες με τις οποίες είχε γεμίσει ο λάκκος, ούρα τα πιο πολλά, πετάγονταν σε χοντρές σταγόνες και σε πιτσίλιζαν παντού. Οι περισσότεροι πού σφίγγουνταν εκεί καμπόση ώρα χωρίς να τα καταφέρουν να ξαλαφρώσουν, σηκώνουνταν με δυσφορία αναβάλλοντας για άλλη ώρα, γιατί τους φώναζαν και οι φρουροί να κάνουν γρήγορα για να προφτάσουν όλοι.
(...)

Μόνο μια λύση υπάρχει, σκέφτηκα για να ησυχάσω και σηκώθηκα αποφασισμένος να βγάλω μια –μια όλες τις πέτρες που μου τρυπούσαν το κορμί και το κεφάλι και δεν με άφηναν να ξεκουραστώ και να ησυχάσω. Γρήγορα όμως διαπίστωσα ότι κάθε προσπάθειά μου ήταν μάταιη και το αποτέλεσμα της χειροτέρευε την κατάσταση. Κάθε πέτρα που έβγαζα, άνοιγε κι ένα μικρό λάκκο που έκανε το έδαφος πιο ανώμαλο ενώ πολλές άλλες εμφανίζονταν κάτω απ αυτή που έβγαινε. Απογοητευμένος λοιπόν παράτησα την προσπάθεια μου αυτή και γύρισα πάλι να ξαπλώσω ανάσκελα όταν το μάτι μου πήρε μια παλιά κάλτσα πεταμένη στη γωνιά του τοίχου. Άπλωσα το χέρι μου και την πήρα, τη δίπλωσα προσεκτικά μην τη δει ο κάτοχός της και μου την πάρει και την έβαλα κάτω από το κεφάλι μου για μαξιλάρι. Μπόρες τώρα επιτέλους να ξαπλώσω με το κεφάλι κάπως ήσυχο, κι έκλεισα τα μάτια να μ βλέπω τίποτε, αναλογιζόμενος χίλια δυο πράγματα, κλεισμένος στον εαυτό μου.
(...)

Οι Τούρκοι δεν σκότωναν μόνον στρατιώτες μάχιμους άντρες αλλά και γυναίκες και παιδιά. Και οι γυναίκες μας, τα παιδιά μας και οι συγγενείς μας, οι περισσότεροι βρίσκονταν στα σπίτια τους, στα διάφορα χωριά της Κερύνειας που είχαν ήδη κουρσευτεί από τους εισβολείς, αδύνατοι κι ανυποψίαστοι, στο έλεος του βάρβαρου κατακτητή.

Αγωνία θανάτου

Νέα προσταγή ακούστηκε πάλι στα τουρκικά που απευθύνονται τώρα σε μας. Ένα Τουρκοκύπριος μετάφρασε μεταδίδοντας μας τις στον ίδιο τόνο και ύφος όπως την πήρε από το αφεντικό.

- Ούλοι πάνω να σηκωθείτε.

Δεν περιμέναμε να το επαναλάβει. Χρειαστήκαμε όμως πολλές προσπάθειες ώσπου να σταθούμε στα πόδια μας. Πασκίσαμε να τα καταφέρουμε κι είναι αλήθεια πως σαστίσαμε να εκτελέσουμε τη διαταγή. Βιαζόμαστε να ξεμουδιάσουμε και το παράξενο όσο απίστευτο φαίνεται, βιαζόμαστε να φτάσουμε όσο πιο γρήγορα στο τέλος! (...)

Μόλις τέλειωσε η επιβίβαση, οι οδηγοί έβαλαν σε λειτουργία τις μηχανές και τα αυτοκίνητα ξεκίνησαν. Νεκρική σιγή απλώθηκε στην αρχή αλλά σιγά – σιγά τη διαδέχθηκαν ψιθυρίσματα από προσευχές και ικεσίες που ο καθένας ανέπεμπε στο Θεό και στους Αγίους. (...)

Τα λίγα λεπτά, μας φάνηκαν χρόνος ατελείωτος κι έδωσαν την ευκαιρία σε μερικούς να αρχίσουν τα μουρμουρητά και τα κλαψουρίσματα.
- Εν να μας σκοτώσουν όλους! Φώναξε ο διπλανός μου κι άρχισε τα κλάματα.
- Σιώπα του ψιθύρισα, δεν θα μας σκοτώσουν.
- Θα μας σκοτώσουν, επανέλαβε εκείνος. Δεν ακούεις τις μπουλντόζες που δουλεύουν. Ανοίγουν τους τάφους που θα μας ρίξουν μέσα. Να εκεί πάνω στο βουνό που φαίνουνται τα τρία κόκκινα φώτα. (...)

Στην Τουρκία… Παναγιά μου!

Έκλεισα τα μάτια κι ακούμπησα με το μέτωπο στο σίδερο του μπροστινού μου καθίσματος. Στ’ αυτιά μας έφταναν ήδη τα υπόκωφα βογγητά των συναδέλφων μας, των μπροστινών λεωφορείων, που είχαν στο μεταξύ αποβιβαστεί και υπέφεραν στα χέρια των κανιβάλων. Στο δικό μας λεωφορείο άρχισαν πάλι τα αγωνιώδη μουρμουρητά και δεν εννοούσαν να σταματήσουν παρά τις φωνές των φρουρών.

- Θα μας σκοτώσουν όλους, μουρμούρισε κάποιος.
- Τους πνίγουν και τους ρίχνουν στη θάλασσα, πετάχτηκε κάποιος άλλος, επηρεασμένος από τα υπόκωφα βογγητά.

Σκουντούσε ο Τουρκοκύπριος φρουρός τον καθένα από μας ή τον τραβούσε από το δεμένο μπράτσο του για να σηκωθεί και πριν καλά – καλά προλάβει να κουνηθεί από τη θέση του, τον άρπαζαν στα νύχια τους σαν γεράκια οι ανατολίτες που κατάκλυσαν ήδη το αυτοκίνητο. Μόνον ο Θεός ξέρει πόσο υπέφερε ο καθένας μας ώσπου να …προσγειωθεί.

Ο διπλανός μου τραβήχτηκε βίαια από τη θέση του. Αμέσως μετά αντιλήφθηκα με την άκρη του ματιού μου έναν Τουρκοκύπριο να στέκεται δίπλα μου και να φωνάζει χωρίς να με αγγίξει καθόλου.

- Σειρά σου τωρά. Σήκου πάνω.

Με τα λίγα τούρκικα που γνώριζα, κατάλαβα τι είπε. Και να μην καταλάβαιναν πάλι θα σηκωνόμουν αφού ο διπλανός μου είχε φύγει. Τι το ‘θελα όμως Θεέ μου να σηκωθώ έτσι απότομα με την πρώτη λέξη χωρίς να περιμένω να με σκουντήσουν κι εμένα ή να με τραβήξουν όπως τους άλλους;

- Αααα, τούτος θωρεί, φώναξε χαιρέκακα ο Τούρκος και μ’ έσπρωξε στα χέρια των στρατιωτών.
- Θωρεί; Φώναξαν άγρια εκείνοι αρπάζοντάς με, με λύσσα στα δυνατά τους μπράτσα.

Κάτω από καταιγιστική βροχή από γρονθοκοπήματα, κλωτσιές και βρισιές ακατονόμαστες και άγριες, βρέθηκα χωρίς να το καταλάβω και δίχως να πατήσουν τα πόδια μου στη γη, καθισμένος σταυροπόδι ανάμεσα στους άλλους, πάνω σε μια μαούνα που βρισκόταν κοντά στην ακτή. Ένοιωθα όλο μου το κορμί μουδιασμένο από τα κτυπήματα. Περισσότερα απ όλα πονούσε το κεφάλι μου, η πλάτη και η κοιλιά . το στόμα και το πρόσωπο είχαν σχιστεί από τα δυνατά και άγρια κτυπήματα και γέμισαν αίματα που έτρεχαν ασταμάτητα και έσταζαν πάνω στη μαούνα. Γύρω πλήθος τα βογγητά από τους πόνους και τα τραύματα που όλοι λίγο ή πολύ υπέστησαν από την ανώμαλη προσγείωση.

Όταν πληρώθηκε το φόρτωμα ξεκίνησε η βάρκα, προχώρησε αργά και πήγε και κόλλησε σ ένα από τα τρία πλοία που βρίσκονταν αγκυροβολημένα κοντά στο «Χρυσό Βράχο». Δυο Τούρκοι στρατιώτες που μιλούσαν κάτι σπασμένα ελληνικά φώναζαν διαρκώς, χωρίς να πολυκαταλαβαίνω, όμως καλά – καλά τι έλεγαν. Το μόνο που κατάλαβα αφού το είχαν επαναλάβει πολλές φορές ήταν ότι έπρεπε να πλησιάσουμε ένας – ένας μπροστά στο χοντρό σανίδι που χρησίμευε για σκάλα. Στη μια του άκρη το σανίδι αυτό ακουμπούσε στο κατάστρωμα της μαούνας και με την άλλη ήταν στερεωμένο στην κορυφή του πλοίου. (...)

Ένας βαρύς αναστεναγμός βγήκε από τα ματωμένα μου χείλη κι ένας πόνος , ένα αίσθημα παράξενο έκανε την καρδιά μου να σφιχτεί και το κορμί μου να ριγήσει μόλις πάτησα το πόδι μου στο κατάστρωμα του πλοίου. Το εσωτερικό του, από το άνοιγμα της καταπακτής, φάνταζε μαύρο και σκοτεινό κι ανατρίχιασα στη σκέψη πως σε λίγο θα βρισκόμουν εκεί μέσα, κλειδαμπαρωμένος στο μέρος αυτό της κόλασης. Μου φάνηκε προ στιγμή πως ήταν σαν λαβύρινθος που σε λίγος θα μας κατασπάραζε το τέρας του Μινώταυρου.

Με πόνο στη ψυχή και με μάτια βουρκωμένα, σήκωσα το κεφάλι μου ψηλά. Ήθελα να δω και ν’ αποχαιρετήσω για τελευταία φορά έστω και νοερά, τους κάμπους, τα βουνά, τα ζεστά φιλόξενα σπίτια και χωριά, της όμορφη και αγαπημένης μου πατρίδας. Τίποτε όμως δεν πρόλαβα να δω. Ούτε πρόφτασα να κάνω μια τελευταία ευχή. Ένα δυνατό σπρώξιμο από πίσω, μ’ έκανε να κατρακυλήσω στην καταπακτή και να βρεθώ στην καρδιά του σιδερένιου κήτους.

Μόνο… ναι… μόνον έναν στεγνό, στερνό, «αντίο» βγήκε από τα χείλη μου ενώ κατρακυλούσα…!
- Αντίο…!

______________________________________________________________________________

  • Το βιβλίο του Πιερή Πιερή, «Αντίο» με 178 συγκλονιστικές σελίδες όπως και το βιβλίο του «Το οδοιπορικό της αιχμαλωσίας» 269 σελίδων, με την προσωπική του αφήγηση από τη σύλληψή του και την τρίμηνη αιχμαλωσία του σε φυλακές της Τουρκίας, μπορείτε να το προμηθευτείτε από τον ίδιο, επικοινωνώντας στο τηλέφωνό του: 00 357 25 38 3068





Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Έφυγε ο Γιάννης Παπασπύρου

Ήταν μία από τις μεγαλύτερες μορφές του σύγχρονου Πειραιά που άφησε έργο με την πολιτική δράση του και τη θητεία του στην αυτοδιοίκηση


Του Χ.Κ. Λαζαρόπουλου


Μια εμβληματική μορφή για τον Πειραιά, ο Γιάννης Παπασπύρου, έφυγε από τη ζωή το βράδυ της Τρίτης 6 Ιουλίου, σε ηλικία 88 ετών. Η πολιτική παρακαταθήκη του «μπάρμπα-Γιάννη» υπάρχει σε κάθε γωνιά της πόλης και επιβεβαιώνει την ακεραιότητα, την τιμιότητα και τη σοβαρότητά του σε όλη την πορεία της δράσης του.

Ο Γιάννης Παπασπύρου ήταν ένας ακούραστος εργάτης που αγάπησε την πόλη του και συνέχισε την παράδοση των δημάρχων που άφησαν έργο ακόμα και με προσωπικές δαπάνες. Πολλοί είναι οι Πειραιώτες που τον θυμούνται να επιθεωρεί αυτοπροσώπως και χωρίς προειδοποίηση την πορεία μεγάλων έργων που έγιναν στην πόλη στη διάρκεια της δημαρχιακής θητείας του, από το 1982 έως το 1986.

Άνθρωπος απλός, σεμνός και πραγματικός δημοκράτης δεν δίσταζε να δει τους δημότες πρόσωπο με πρόσωπο, να συνομιλήσει μαζί τους και να καταγράψει κάθε άποψή τους (ασχέτως του πολιτικού χώρου που υποστήριζαν).

Τον θυμούνται να κατεβαίνει στον κεντρικό λιμένα του Πειραιά και να συνομιλεί με επιβάτες για να κάνει παρεμβάσεις προς τον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς για τη βελτίωση των υποδομών της ακτοπλοΐας και των πορθμείων. Πήγαινε στις αφετηρίες των λεωφορείων στην πλατεία Καραϊσκάκη και στην οδό Εθνικής Αντιστάσεως ζητώντας παρεμβάσεις από την ΕΑΣ και φυσικά, έκανε τη μεγάλη τομή να ιδρύσει, να επανδρώσει και να δώσει πνοή στο θεσμό των Δημοτικών Διαμερισμάτων του Πειραιά.

Ειδικότερα για την Παλιά Κοκκινιά, ο Γιάννης Παπασπύρου προώθησε μια σειρά από έργα ανάπλασης και ανάπτυξης, όσο κανείς άλλος. Πολλές φορές με τον τότε στενό συνεργάτη του και κατοπινό στέλεχος του Δήμου Πειραιά, τον παλιοκοκκινιώτη πολιτικό μηχανικό κ. Γ. Μανιατάκη, επισκέπτονταν την περιοχή και σχεδίαζαν το μέλλον της.

Επιγραμματικά, η Παλιά Κοκκινιά οφείλει στον Γιάννη Παπασπύρου:

- Την απομάκρυνση του αμαξοστασίου απορριμματοφόρων από το οικόπεδο στο τέλος της οδού Αργυροκάστρου, πίσω από την εργατικές πολυκατοικίες. Εκεί έχει δημιουργηθεί ένα σύγχρονο πάρκο και το παράρτημα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πειραιά, το οποίο σήμερα υπολειτουργεί.


- Τη διάνοιξη της λεωφόρου Θηβών με συνεχή αιτήματα και πιέσεις προς το τότε υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. Υπήρχε προοπτική να δημιουργηθεί τότε ο βόρειος εμπορικός άξονας του Πειραιά όπου θα δημιουργούνταν χώροι γραφείων, καταστημάτων και χώρων διασκέδασης.


- Την αγορά του οικοπέδου και τη δημιουργία πλατείας επί των οδών Αγίων Αναργύρων και Νισύρου από την ενορία της Θείας Μεταμορφώσεως. Ταυτοχρόνως, προχώρησε η πεζοδρόμηση του τμήματος της οδού Κω από την Αγίων Αναργύρων μέχρι την Αγρινίου, αναπλάστηκε η παλιά εσωτερική πλατεία των προσφυγικών στο ίδιο σημείο και δημιουργήθηκαν πρασιές μπροστά στην είσοδο των Γυμνασίων της Παλιάς Κοκκινιάς.


- Την ανάπλαση και την πλακόστρωση (με πέτρες Καρύστου) της πλατείας Μεταμορφώσεως επί των οδών Θηβών, Αγίων Αναργύρων και Αγρινίου ως αντισταθμιστικό όφελος του Δήμου προς την ενορία από την οποία αγοράστηκε το παραπάνω οικόπεδο. Μάλιστα όταν είχε κατεβεί ο Παπασπύρου να δει την πλατεία, μια άλλη εμβληματική μορφή για την περιοχή μας, ο παπα-Αναστάσης Κάτσαρης είχε ζητήσει τη βοήθεια του τότε δημάρχου Πειραιά για την αναπαλαίωση και την αποκατάσταση των ζημιών του ιστορικού ναού της Θείας Μεταμορφώσεως που είχαν προκληθεί από τον σεισμό του 1981.


- Την απαλλοτρίωση εγκαταλελειμμένων κτισμάτων επί της οδού Κορυτσάς και την κατεδάφισή τους, όπου δημιουργήθηκαν κηπάρια και ασφαλτοστρώθηκε η οδός.


- Την έναρξη διαδικασιών απαλλοτρίωσης του παλαιού μαρμαράδικου «του Κούκου» στη συμβολή των οδών Κωπαΐδος και Κορυτσάς.

- Την ασφαλτόστρωση όλων των οδών στην Παλιά Κοκκινιά, τον Καραβά και τη Λεύκα με σχεδιασμό και πόρους του Δήμου Πειραιά.


- Την έναρξη συζητήσεων με τους ιδιοκτήτες του παλαιού νοσοκομείου Σαπόρτα για τη δημιουργία πρότυπου αθλητικού κέντρου για ολόκληρο τον Πειραιά, κάτι το οποίο διεγράφη από την ατζέντα του δήμου επί Αγραπίδη και οικοδομήθηκε (εν μέσω Ολυμπιακών Αγώνων και πολλών ερωτηματικών σχετικώς με τη νομιμότητα των αδειών) το πολεοδομικό έκτρωμα «Οικόπολις».

- Την αγορά και μετατροπή σε πάρκο για το Δ' και το Ε' Δημοτικό Διαμέρισμα του παλαιού εργοστασίου κεραμοποιίας Δηλαβέρη μεταξύ Καραβά και Λεύκας στην Παλιά Κοκκινιά. Το παλαιό διοικητικό κτήριο χαρακτηρίσθηκε τότε διατηρητέο, εντάχθηκε στο λεγόμενο νόμο Μερκούρη και επισκευάστηκε. Σήμερα, είναι πάλι εγκαταλελειμμένο αφού οι εργαζόμενοι στη ΔΗΡΑΠ δεν θέλουν να μεταφερθεί εκεί το δημοτικό ραδιόφωνο ενώ ορδές βανδάλων καταστρέφουν ό,τι είχε φτιαχτεί.  

Κανείς άλλος όσο ο Γιάννης Παπασπύρου δεν προχώρησε σε μια τετραετία τόσα έργα όχι μόνο στο κέντρο του Πειραιά, αλλά και στα πέντε δημοτικά διαμερίσματα. Άλλωστε όλοι κρίνονται εκ του αποτελέσματος και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο «μπάρμπα – Γιάννης» θα πρωταγωνιστεί στη συνείδηση των Πειραιωτών. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι ήταν ερωτευμένος με την πόλη του και δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Έμενε κοντά στο Χατζηκυριάκειο και πολλές φορές έβγαινε σεμνά και αθόρυβα στους δρόμους της γειτονιάς, μιλούσε με τους πολίτες και έκανε φιλικές υποδείξεις για να γίνει ακόμα καλύτερη η πόλη μας.

Το βιογραφικό

Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1922, ήταν οικονομολόγος και πολιτικός και διετέλεσε δήμαρχος Πειραιώς κατά την περίοδο, 1982 - 1986. Στην αρχή, ο Γ. Παπασπύρου συμμετείχε στο αντιδικτατορικό μαθητικό κίνημα κατά της 4ης Αυγούστου.

Στην Κατοχή, ανέλαβε Πρόεδρος της «Πανσπουδαστικής Αθηνών» και για τη δράση του διώχτηκε. Το 1959 εκλέχθηκε δημοτικός σύμβουλος και το 1964 εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής, με την Ενωση Κέντρου. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, συνελήφθη δύο φορές, το 1967 και 1968, και εκτοπίστηκε στη Φολέγανδρο, στη Τήλο, καθώς και στο στρατόπεδο Μακρακώμης. Οργανώθηκε και ανέλαβε μέλος της διοικούσης επιτροπής του ΠΑΚ στη Ελλάδα.

Μετά τη μεταπολίτευση, ο Γ. Παπασπύρου υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη του ΠΑΣΟΚ. Το 1974 εκλέχθηκε βουλευτής Α’ Περιφέρειας Πειραιώς με το ΠΑΣΟΚ, του οποίου (κατά τη δεύτερη βουλευτική επανεκλογή του, το 1977) εκλέχθηκε και μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου. Στις δημοτικές εκλογές του 1982 αναδείχθηκε δήμαρχος του Πειραιά.

Μία από τις τελεταίες δημόσιες εμφανίσεις του έκανε ο Γιάννης Παπασπύρου με τη σύζυγό του στην εκδήλωση μνήμης για τα 13 χρόνια από το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου που πραγματοποιήθηκε πέρυσι στο Βεάκειο. Σε συζήτηση που είχαμε μαζί του, ο Παπασπύρου είχε εκφράσει τους φόβους του για την αγκύλωση που εμφανίζει η πολιτική ηγεσία έναντι των αιτημάτων που εκφράζουν οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι και οι ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. «Χρειάζεται αγώνας, συνεχής αγώνας, δημοκρατικός αγώνας για να μη χαθούν οι καταχτήσεις δεκαετιών» είχε επισημάνει στον υποφαινόμενο.

Ο κ. Φασούλας


Ο Δήμαρχος Πειραιά κ. Παναγιώτης Φασούλας, έκανε την ακόλουθη δήλωση για το θάνατο του Γιάννη Παπασπύρου:

«Ο Πειραιάς, η δημοκρατική παράταξη έχασαν έναν πολιτικό που ήταν πάντα παρών και μπροστάρης στους αγώνες του λαού μας, για κοινωνική δικαιοσύνη, ανεξαρτησία, δημοκρατία. Τόσο ως βουλευτής, αλλά και ως Δήμαρχος του Πειραιά έδωσε πολλά και στήριξε με τις πολιτικές του τον Άνθρωπο και ιδιαίτερα τον αδύναμο συμπολίτη. Αγαπήθηκε από τους Πειραιώτες ανεξάρτητα από την πολιτική τους αφετηρία και τοποθέτηση.


Ο Γιάννης Παπασπύρου, υπήρξε σε όλη του την πορεία ενεργός και μαχητικός πολίτης και η προσφορά του στον τόπο και στον Πειραιά, ήταν ξεχωριστή. Σε καιρούς όπως οι σημερινοί, η πολιτική συμπεριφορά, το ήθος του και η προσφορά του αποτελούν μοναδικό παράδειγμα.


Η θλίψη μου είναι μεγάλη για την απώλεια ενός πραγματικού φίλου, ενός ανθρώπου που περνά στην ιστορία έχοντας αφήσει βαθιά τα χνάρια του. Στους δικούς του εκφράζω τα θερμά μου συλλυπητήρια».

Η κηδεία θα τελεστεί το απόγευμα της Τετάρτης 7 Ιουλίου, στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Πειραιώς.

Καλό ταξίδι μπάρμπα - Γιάννη!


Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Δεν είμαστε όλοι ίδιοι κ. Πάγκαλε…

Άρθρο του κ. Δημήτρη Αλευρομάγειρου,
Αντιστρατήγου ε.α.
και Επιτίμου Γενικού Επιθεωρητή Στρατού

Το ρωμαϊκό ρητό που αποδίδεται στον Κικέρωνα και λέει: “O tempora, o mores” (σ.σ. Ώ καιροί, ώ ήθη) θέλει να επιβεβαιώσει ο σκληρός πυρήνας αυτής της κυβέρνησης. Σε συνέντευξη που έδωσε πριν από μερικές ημέρες ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Θεόδωρος Πάγκαλος δήλωσε μεταξύ άλλων: «Το να υπάρχει κάποιος που δεν έχει κλέψει την εφορία και να μην έχει αυθαίρετο είναι κάτι το σπάνιο».

Να μου επιτρέψει ο κ Παγκαλος να συμφωνήσω εν μέρει και να παρατηρήσω οτι αυτά που δηλώνει αφορούν σε όσους άφησε το κράτος να κλέβουν και αναφέρομαι σε όλη την «πυραμίδα» από την ηγεσία έως και τον απλό κομπιναδόρο της δεκάρας.

Ωστόσο δεν είναι όλοι οι Έλληνες πολίτες έτσι όπως τους περιγράφει ένας άνθρωπος που έχει υπηρετήσει σχηματισμούς άσκησης εξουσίας και πολιτικής από το 1981 έως σήμερα. Γνωρίζω επίσης πολλούς, του στενού και φιλικού μου κύκλου, που δεν έκλεψαν ποτέ την εφορία κι όχι μόνον δεν διαθέτουν αυθαίρετο αλλά κατοικούν σε ενοικιασμένη κατοικία. Και δεν νομίζω πως είναι λίγοι αυτοί.

Αυτούς οφείλει να προστατεύει το κράτος κι ας εντοπίσει τους άλλους στους οποίους αναφέρεται ο κ. Πάγκαλος για να τους βάλει στη φυλακή. Έτσι θα μάθουμε ποιοι άνοιξαν τις πόρτες του φρενοκομείου για τον ελληνικό λαό και θα απαντηθεί επιτέλους το ερώτημα: Πού πήγαν τα κλεμμένα.

Νομίζω ότι αυτό είναι το ζητούμενο. Ο λαός περιμένει αποφασιστικότητα κι όχι λόγια από την εκτάστοτε κυβέρνηση που στο τέλος δεν μπορεί όχι μόνο να νομοθετήσει, αλλά ούτε να κυβερνήσει.