Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Η περιπέτεια μιας μάνας σε μια απάνθρωπη Αθήνα

Μια μικρή προσωπική ιστορία δείχνει ότι η μεσαία τάξη καταδικάστηκε να πάει στην κόλαση, της κρίσης και των «Μνημονίων» επειδή κόπιασε για ένα καλύτερο αύριο…

Της Αμάντας Σοφιανοπούλου,

ηθοποιού και σεναριογράφου

Τη στιγμή που όλοι σκέφτονται το Eurogroup, τη δόση, τα συμφέροντα αλλότριων δυνάμεων, εδώ υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα -αυτήν που ονόμασαν "μεσαία τάξη"- αλλά και μια ολόκληρη γενιά -όσοι είναι από 25 έως 40 χρονών- που ζουν καθημερινά το δικό τους αγώνα, παλεύοντας με όνειρα που δεν θα πραγματοποιηθούν ποτέ ή για υποχρεώσεις στις οποίες πρέπει να ικανοποιηθούν.
 
Η περιπέτεια μιας μάνας σε μια απάνθρωπη ΑθήναΈτσι αρχίζει η δική μου, διαφορετική ιστορία:
 
Η μητέρα μου γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από Έλληνες γονείς, το 1959. Εξ αιτίας της εχθρικής πολιτικής και των εθνικοποιήσεων που έκανε ο Νάσερ αφαιρώντας δικαιώματα και περιουσίες από Αιγυπτιώτες Έλληνες, χωρίς την παραμικρή υποστήριξη από την τότε κυβέρνηση των Αθηνών, η οικογένειά της επέστρεψε με τα απαραίτητα στη «μαμά Πατρίδα».
 
«Πού ανάθεμα την ώρα και τι στιγμή », άκουγα συχνά με πόνο να αναφωνεί η συγχωρεμένη, η γιαγιά μου (ήθελα να ‘ξερα αν ζούσε τώρα ποια φράση θα χρησιμοποιούσε...). Το θέμα όμως δεν είναι η γιαγιά, αλλά η μαμά…
 
Η μαμά λοιπόν, μπορεί να πεις κανείς ότι στάθηκε τυχερή, μέχρι ενός σημείου… Οι γονείς της φρόντισαν επιστρέφοντας στην Ελλάδα, να επενδύσουν τα χρήματα που κατάφεραν να διασώσουν, σε αγορά ακινήτων, έτσι ώστε όταν μεγαλώσει η κόρη τους και εκείνοι φύγουν από τούτη τη μάταιη ζωή, να είναι εξασφαλισμένη, τουλάχιστον οικονομικά.
 
Δυο διαμερίσματα και ένα μαγαζί στην τότε όμορφη περιοχή της οδού Αχαρνών (και νυν απλησίαστης λόγο της εγκληματικότητας), καθώς και ένα σπίτι στην τότε πλατεία Αγάμων και νυν πλατεία Αμερικής, (η οποία πολύ σύντομα θα έχει την ίδια μοίρα με αυτή της Αχαρνών). Αλλά ας μη ξεφεύγουμε από το θέμα μας…
 
Πολύ καλή κίνηση έκαναν ο παππούς και η γιαγιά! Κάθε γονιός που έχει τη δυνατότητα, φροντίζει για το μέλλον του παιδιού του…
 
Και έτσι πέρασαν τα χρόνια, με τα σπιτάκια και το μαγαζάκι δοσμένα σε ενοικιαστές, που άλλαζαν κατά καιρούς και το διαμέρισμα στην πλατεία Αμερικής για ιδιοκατοίκηση…
Και πέρασαν κι άλλο τα χρόνια και η μανούλα μου μεγάλωσε και έγινε μανούλα. Και απέκτησε δύο παιδάκια και έναν άντρα, που αργότερα χώρισαν, αλλά αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία…
 
Και πέρασαν κι άλλο τα χρόνια και ο παππούς και η γιαγιά στα βαθιά γεράματα, έφυγαν από αυτόν τον κόσμο, όπως προβλέπεται από τη φύση… Και πέρασαν κι αλλά χρόνια, δύσκολα οικονομικά για τη μανούλα, που μεγάλωνε μόνη της τα δύο της παιδιά.
Τότε ήταν που πούλησε και το μαγαζάκι της οδού Αχαρνών για να τα βγάζει πέρα. Τα ουσιαστικά προβλήματα όμως της μανούλας δεν ήταν ούτε ο γάμος της που τελείωσε άδοξα, ούτε το μαγαζάκι που αναγκάστηκε να πουλήσει, ούτε τα οικονομικά της που πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο.
 
Η μοίρα της επιφύλασσε γέρο χαστούκι. Αρρώστησε βαριά. Αυτοάνοσο είπαν οι γιατροί…
Δεν ξέρουμε ποιο είναι, τι το προκάλεσε, πως θα εξελιχθεί, ούτε θεραπεία μπορούμε να δώσουμε. Προσβάλει το νευρικό σύστημα, είπαν και οδηγεί αργά αλλά σταθερά στην αναπηρία. Έτσι κι έγινε…
Όταν αγοράσαμε το αναπηρικό καροτσάκι συνειδητοποιήσαμε τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε από δω και πέρα… Kαι η ανασφάλιστη μαμά… Και τα δυο άνεργα παιδιά…
 
Τα χρόνια πέρασαν και οι πολιτικοί μας ήπιαν το μεδούλι και μας φόρτωσαν χαράτσια. Δεν μπορούμε να κρατήσουμε τα σπιτάκια, αλλά ούτε και να τα πουλήσουμε γιατί δεν τα αγοράζει κανένας…
Κάθε σταγόνα ιδρώτα που μετατρέπεται σε ευρώ, από δουλειές περιστασιακές, καθώς η μονιμότητα είναι άπιαστο όνειρο πια, σχεδόν ταχυδακτυλουργικά μεταφέρετε στα χαράτσια για τα σπίτια.
 
«Πού ανάθεμα την ώρα», όπως θα λέγε και η γιαγιά. Στην εφορία, στη ΔΕΗ, στο νερό, στο τηλέφωνο και τελευταία στο φαγητό (σ.σ. τουλάχιστον έχουμε φτιάξει όλοι σιλουέτα από την πείνα που μας θερίζει). Αυτά που πάλευαν χρόνια η γιαγιά και ο παππούς να αποκτήσουν, μας κάνει το κράτος να βλαστημάμε την ώρα και τη στιγμή που τα κληρονομήσαμε…
 
Μην παλεύεις για τίποτα, μην προσπαθείς να κτίσεις τίποτα, μην ελπίζεις τίποτα… Μόνο τότε θα είσαι ελεύθερος από εμένα, το κράτος και τη γκόμενα μου, την εφορία…
 
Όσο πιο πολλά παλεύεις να αποκτήσεις τόσο περισσότερο θα σε κυνηγάω, θα με βλέπεις στον ύπνο σου, γι’ αυτό κάτσε στ’ αυγά σου και σταμάτα να κάνεις όνειρα…
 
Και ξέρεις κάτι «φίλε» κράτος… θα στα έδινα όλα, από μόνη μου… ακόμα και το βρακί μου με το συμπάθειο, ένα μόνο θα ήθελα από σένα… Όταν βγάζω τη μάνα μου βόλτα για να ξεφύγει λίγο από τα ακριβοπληρωμένα ντουβάρια του σπιτιού μας, να μπορώ να μετακινήσω το καροτσάκι, μόνο αυτό. Αλλά μέχρι και αυτό μου το στερείς…
 
Μια απλή βόλτα με τη μάνα μου στους δρόμους της Αθήνας…
 
Καμία υποδομή για ανθρώπους με αναπηρία…
Κανένας σεβασμός απέναντι σε αυτούς που έχουν πραγματική ανάγκη από τη βοήθεια μας…
 
Και τώρα που είπα βοήθεια, θα πω κάτι τελευταίο και κλείνω… Σ’ αυτόν τον Γολγοθά που περνάω κάθε φορά που επιχειρώ να βγω από το σπίτι παρέα με τη μητέρα μου, που μόνο Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες δεν έχω συναντήσει ακόμα…
 
Κάθε φορά λοιπόν στην προσπάθεια μου να μετακινήσω το καρότσι στα κατεστραμμένα πεζοδρόμια με τα άπειρα, διαφόρων τύπων, εμπόδια πάνω τους και κατά μήκος και κατά πλάτος, οι μοναδικοί άνθρωποι που έχουν προσφερθεί να με βοηθήσουν σ’ αυτόν τον αγώνα μετ’ εμποδίων, ήταν μετανάστες… Ποτέ Έλληνας! Ούτε μια φορά!
 
Και πιστέψτε με βγαίνω συχνά για βόλτα με τη μητέρα μου… Αυτά…


Πηγή: Newsbomb.gr